Ο ΜΙΚΡΟΣ ΣΟΦΟΣ

Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐπίστευα χωρὶς ὅρκον, ὅτι ἕνα παιδάκι μόλις δεκαετὲς θὰ εἶχε τὸ θάρρος, τὴν δύναμιν, τὴν ἐπιμονὴν νὰ παρακολουθήση τὴν ἑλληνικὴν στρατιὰν ἀπὸ τὰ σύνορα ἕως τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἐκεῖθεν πάλιν εἰς τὴν Ἤπειρον, ἀπὸ τὴν Πρέβεζαν ἕως τὰ Ἰωάννινα.

Ἀκόμη ὀλιγώτερον θὰ ἐπίστευα, ὅτι τὸ παιδὶ αὐτὸ καθ’ ὅλην τὴν ἐκστρατείαν δὲν θὰ ἐφοροῦσε παρὰ τὸ πουκαμισάκι του καὶ τὸ πανταλονάκι του, ξεσκούφωτον, μισόγυμνον· καὶ ὅτι θὰ ὑφίστατο ὅλας τὰς κακουχίας καὶ ὅλας τὰς στερήσεις, χωρὶς νὰ παραπονεθῇ, χωρὶς ν’ ἀρρωστήση, ἀκμαῖον πάντοτε, ἀκατάβλητον, φαιδρόν, πρόθυμον, περιποιούμενον διαρκῶς τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς τραυματίας.

Καὶ ὅμως τὸ παιδὶ αὐτό, ὁ μικρὸς Γιάννης ἀπὸ τὸ Ἄστρος, τὸ ἔξυπνον ἀγοράκι μὲ τὰ γαλανὰ μάτια, δὲν εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας.

Ὑπῆρξεν εἰς τὴν πραγματικότητα, ὑπάρχει ἀκόμη. Τὴν δὲ ἱστορίαν του μοῦ διηγήθη ἄνθρωπος πολὺ ἀξιόπιστος, ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν χειρουργείων τῆς τετάρτης μεραρχίας, τὰ ὁποῖα ὁ μικρὸς ἥρως εἶχεν ἀκολουθήσει.

Τὴν ἡμέραν πράγματι, καθ’ ἣν ἀπεβιβάζοντο εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὁ Γιάννης, τὸν ὁποῖον, φαίνετοι, οἱ πτωχοὶ γονεῖς του εἶχαν ἀπολύσει, διὰ νὰ εὕρη ἐργασίαν εἰς τὰς Ἀθήνας, ὡς λοῦστρος ἠ ὀψοκομιστής,* ἔκρινε καλὸν νὰ τρυπώσῃ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον καὶ νὰ κρυφθῇ.

Τὸν ἀνεκάλυψαν, ὅταν τὸ ἀτμόπλοιον εἶχεν ἀποπλεύσει, δηλαδή ὅταν ἦτο πλέον ἀργά, διὰ νὰ τὸν βγάλουν ἔξω. Καὶ ὅταν τὸν ἠρώτησαν:

– Γιὰ ποῦ;

– Γιὰ τὸν πόλεμο˙ ἀπεκρίθη ὁ μικρός˙ θέλω κι ἐγὼ νὰ πάω˙ δὲν μπορῶ νὰ μὴν πάω στὸν πόλεμο.

Τὸ ἔλεγε μὲ τόσην ἐπιμονήν, μὲ τόσην σταθερότητα, ὥστε εἶδαν, ὅτι δὲν εἶχαν νὰ κάμουν ἄλλο, παρὰ νὰ τὸν κρατήσουν. Καὶ τὸν ἐκράτησαν.

Τὸ χειρουργεῖον ἀπεβιβάσθη εἰς Ἁγίαν Μαρίναν καὶ ἀπ᾽ ἐκεῖ ἐξεκίνησε νὰ ψθάση εἰς τὴν Λάρισαν πεζῆ. Μαζὶ καὶ ὁ Γιάννης. Ἀπὸ τὴν Λάρισαν φεύγουν διὰ τὴν ᾽Ελασσόνα. Μαζὶ καὶ ὁ Γιάννης.

Τοῦ ἔδιδαν νὰ τρώγη ὀλίγην κουραμάναν καὶ τὸν ἄφηναν νὰ κοιμᾶται εἰς τὸ ἄκρον κάποιας σκηνῆς.

Ἀντὶ τούτου μὲ προθυμίαν καὶ χαρὰν ἐκεῖνος προσέφερεν ὅλας τάς ὑπηρεσίας καὶ τὰς μικρὰς βοηθείας, ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ μικρά του χέρια.

Καὶ δὲν ἤθελε νὰ τοῦ δώσουν οὔτε ροῦχα, οὔτε τίποτε. Τοῦ ἔφθαναν τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα, ποὺ ἐφοροῦσε καὶ ἡ τιμή, ὄτι ἠκολούθει ἕν χειρουργεῖον τῆς ἐκστρατείας.

Ἔτσι πεζοπορῶν ἐπέρασεν ἀπὸ τὸ Σαραντάπορον, ἔφθασεν εἰς τὰ Σέρβια, εἰς τὴν Κοζάνην, εἰς τὰ Γιανιτσὰ· εἶδεν ὅλας τὰς μάχας καὶ πρὸ πάντων τοὺς τραυματίας τῶν μαχῶν καὶ τέλος εἰσῆλθε νικητὴς εἰς Θεσσαλονίκην.

Τώρα, καθὼς σᾶς εἶπα, εὑρίσκεται πρὸ τῶν Ἰωαννίνων.

Καὶ παντοῦ βοηθὸς ἀκούραστος καὶ πολύτιμος ὁ Γιάννης, κουβαλῶν νερόν, διὰ νὰ δροσίζη τὰ πυρέσσοντα χείλη τῶν τραυματιῶν, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπρόφθαναν νὰ περιποιοῦνται οἱ νοσοκόμοι.

Ὁ κ. ἐπίατρος μοῦ ἔλεγεν, ὅτι θὰ συστήση τὸν Γιάννην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐκπαίδευσίν του καὶ νὰ τὸν κατατάξη εἰς τὸν στρατόν.

Μὰ δὲν τοῦ ἀξίζει;

Δέκα χρόνων παιδάκι, ἠμπορεῖ νὰ καυχᾶται ἀπὸ τώρα, ὅτι ἔκαμεν εἰς τὸν πόλεμον ὅσα ὀλίγοι μεγάλοι!

Γρηγόριος Ξενόπουλος

Περιοδικὸν «Διάπλασις τῶν Παίδων»

*ὅψα, τὰ — τὰ ψώνια.

.

Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ – Μ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Α. ΒΕΚΙΑΡΕΛΗ – Δ. ΖΗΣΗ κ. ἁ.
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
ΔΙΑ ΤΗΝ Δ΄ΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ Β’ ΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1940

.

.

ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ

Ἐγεννήθη τὸ 1867 εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἀνετράφη εἰς τὴν Ζάκυνθον.

᾽Εσπούδασε μαθηματικὰ καὶ φιλολογίαν καὶ εἶναι μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν.

Τὰ ἔργα του ἀποτελοῦν πολλοὺς τόμους διηγημάτων, μυθιστορημάτων· κ.ἄ. καὶ τρεῖς τόμους «Θεάτρου». ῎

Εγραψε καὶ «Παιδικὸν Θέατρον» διὰ μαθητάς.

Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δημοσιεύει ἐπιστολὰς μὲ τὸ ψευδονυμον«Φαίδων» εἰς τὸ περιοδικὸν «Διάπλασις τῶν Παίδων».

.

.Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»