1η.Ἀνάλυσις τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς, Η’ ΛΟΥΚΑ, (Καλοῦ Σαμαρείτου) Λουκ. ι’ 25 – 37, ἀπό τό βιβλίον τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ» 1980. (Σελ. 406 – 409).

το έστειλε στο σπιτάκι ο κ.Ιωάννης Παναγιωτόπουλος

Ἡ ἀφορμή ἐδόθη ἀπό τόν πονηρό νομοδιδάσκαλο πού δέν εἶχε μυαλό ἀλλά καί ταπεινώσι να προλάβῃ τόν ἐξευτελισμό του. Ἤθελε να σκάψῃ τό λάκκο γιά να θάψῃ τό Χριστό με τό ὑποκριτικό του ἐρώτημα καί τήν ἐλπίδα μήπως συνελάμβανε τόν Κύριο ἀνατροπέα τοῦ  Μωσαϊκοῦ νόμου, ὁπότε θα εἶχε χειροπιαστή τήν κατηγορία τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἀσεβείας πρός τά θεόπνευστα τοῦ Μωϋσέως καί εὔκολη.

Θα εἶχε τό στοιχεῖο τῶν διαφορετικῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ἰησοῦ ὡς σῶμα τοῦ ἐγκλήματος τῆς καθοσιώσεως ἐφ’ ὅσονθα ἀνέτρεπε τόν Μωσαϊκό Νόμο, ἄν τόν ἀνέτρεπε φυσικά. Τήν ἴδια τακτική κρατοῦσαν οἱ φθονεροί ἔναντι τοῦ Χριστοῦ πού τοῦ ἔστηναν παγίδες γιά να τόν ἐκθέσουν ἔναντι τῆς Ῥωμαϊκῆς Πολιτείας με τό:«ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἤ οὔ;» Ὁ φθόνος, ἀλλά καί ὁ φόβος μήπως χάσουν τά διά τῆς θρησκειοκαπηλείας κεκτημένα τους δικαιώματα, βάδιζαν χέρι με χέρι καί δέν εἶχε για τούς ἐχθρούς σημασία ἄν ὁ Χριστός μιλοῦσε με ξαστεριά καί ἀπόλυτη διαφάνεια χωρίς συσκοτισμό, ὥστε ἐκεῖνος πού εἶχε τήν κοινή λογική στό κρανίο του καί ἦταν καλοπροαίρετος καί ἀπροκατάληπτος να συμφωνῇ ἀπόλυτα σ’ ἐκεῖνα πού ἄκουε καί ἔβλεπε τελούμενα ἐκ μέρους τοῦ Ἰησοῦ.

Τό ὅτι ὁ ΕὐαγγελιστήςΛουκᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ νομοδιδάσκαλος τῆς περικοπῆς, ἦταν «ὁ πειράζων», εἶναι ἀρκετό να σταθμίσῃ κανείςτά ἐλατήρια τοῦ ἐρωτήματος, ἀλλά καί να θαυμάσῃ τό μεγαλεῖον τοῦ Ἰησοῦ πού μ’ ὅλη τήν πραότητα ἀντιμετώπιζε τούς σατανοπλήκτους ἐχθρούς του. Χωρίς ὀργή για τήν ὑποκρισία τους, χωρίς ἀηδία για τήν εὐτέλεια τῆς συμπεριφορᾶς καί τά μέσα τῆς παγιδεύσεως, με πνεῦμα φωτεινῆς ἀληθείας, ἐζάλιζε τά πονηρά μυαλά τῶν ἐνόχων γιά να πέφτουν οἱ ἴδιοι μέσα στό λάκκο πού ἄνοιγαν για τό Χριστό με σκοπό να τόν ἐξουθενώσουν, πρίν τόν σταυρώσουν, στά μάτια τοῦ ἐνθουσιῶντος λαοῦ πού ἐγκατέλειπε τή σάπια Ἡγεσία του.

Ἀλλ’ ἄν βόθρος ἄνοιξε γιά να ταφῇ ὁ πονηρός καί φθονερός μετά ἴδια του τά χέρια, μολονότι μορφωμένος ἄνθρωπος, κατά τό «ὁ ὀρύσσων βόθρον εἰς αὐτόν ἐμπεσεῖται»Σοφ. Σειρ. ιζ’ 26, ὁ Κύριος ἐξ ἀφορμῆς ἀναπτύσσει τήν παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, τό νόημα τῆς ὁποίας εἶναι καί κοινωνικό καί, κατά κάποιον τρόπο, δογματικό–κοινωνικό, γιατί καί ὁ Χριστιανισμός δέν μπορεῖ να εἶναι, στήν ἐφαρμογή του πρός τελειοποίησιν τοῦ ἀνθρώπου, θεωρητικός μόνον καί ἁγιαστικός τῶν χαρακτήρων, μετήν ἀπαλλαγή μας ἀπό τά πάθη, ἀπό κάθε εἴδους ἠθική ρυπαρία, κληρονομική ἤ ἐπίκτητη, γιατί ἁλλιῶς δέν βλέπουμε Θεοῦ πρόσωπο, ἀλλά καί καρπογόνος στήν πρακτική μας ζωή με τη συναίσθησι ὅτι ἀποτελοῦμε μέλη πλέον τοῦ ἠγιασμένου Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας Κεφαλή εἶναι Ἐκεῖνος τόν ὁποῖον εἴδαμε, ὅπως περιγράφει ὁ Ἠσαΐας, ἐπί τοῦ Σταυροῦ: «ἐν πόνῳ, ἐν πληγῇ καί ἐν κακώσει». Ώς μέλη δέ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἔχουμε συνείδησι τῶν καθηκόντων μας ἔναντι τῶν ἐμπεριστάτων ὁποιοιδήποτε καί ἄν εἶναι, γιατί, ὅπως τονίζει καί ὁ θεῖος Ἰάκωβος«ἀνέλεος ἡ κρίσις τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος»β’ 13. Ἡ ἐκδήλωσις αἰσθημάτων καλωσύνης καί εὐσπλαγχνίας ἔναντι τοῦ πάσχοντος δέν περιορίζεται σε ἄτομα τοῦ κύκλου μας, σε συγγενεῖς μας, ἤ φίλους καί εὐεργέτας μας ἤ καί στή δική μας Φυλή ἤ Θρησκεία. Ἐκτείνεται παντοῦ ὅπου ἡ κραυγήτοῦ πόνου. Ὁ Καλός Σαμαρείτης ἔδωσε τό παράδειγμα. Δέν ἐξήτασε ἄν ὁ πληγωμένος εἶναι καί αὐτός Σαμαρείτης ἤ Ἰουδαῖος ἤ οἱοσδήποτε ἀλλόθρησκος. Ἄνθρωπος ἦταν, πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ἀνήμπορο να ἐξυπηρετηθῇ μόνο του, καί ἀσφαλῶς θα πέθαινε ἀπό τήν αἱμορραγία. Καί τά ζῷα ἀκόμα ὅταν εἶναι κι’ αὐτά πληγωμένα καί σκούζουν, κινοῦν τόν οἶκτο καί τη βαθειά συμπάθεια. Ὁ Κύριος ἐδίδαξεν ὅτι βασικό στοιχεῖο εἶναι καί ἡ ἐκδήλωσι τρυφερῶν καί φιλανθρώπων αἰσθημάτων ἔναντι τοῦ πάσχοντος καί γιά τήν ἐπουράνιο Βασιλεία του. Ματθ. κε’ 31 κ.ε.

Ὡς πρός τό δογματικό περιεχόμενο καί τό νόημα τῆς παραβολῆς, σημειοῦται ὅτι πληγωμένος εἶναι ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης, ληστές εἶναι τά δαιμόνια, καί πληγές οἱ ἁμαρτίες. Σαμαρείτης αὐτός ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, Πανδοχεῖον ἡ Ἐκκλησία του, δηνάρια δύο, ἡ Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, οἶνος δέ καί ἔλαιον τά μέσα τῆς ἁγιαστικῆς Χάριτος διά τῶν ὁποίων θεραπεύεται ὁ τραυματίας καί σῴζεται. Ὁ Ἱερεύς καί ὁ Λευΐτης πού ἀντιπαρῆλθον σημαίνουν τήν ἀδυναμία τῶν μέσων πού διέθετε ἡ Ἑβραϊκή Θρησκεία να θεραπεύσῃ καί να σώσῃ τόν πληγέντα ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπο, καί τήν ἄχρηστη πνευματική Ἡγεσία τοῦ Ἰσραήλ, ἡ ὁποία ἐδίδαξε τήν Ἰουδαϊκήν ἀποκλειστικότητα καί περιώρισε ὡς ἐκτούτου τό λαό μέσα στό«γκέτο». Ἡ καθόλου λατρεία δέν ἐκάθαρε καί δέν ἡγίαζε συνειδήσεις, ὅπως ξάστερα ἀναφέρεται στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή τοῦ Παύλου, ἀφοῦ καί οἱ Ἀρχιερεῖςτοῦ Νόμου εἶχαν, σαν ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, ἀνάγκη λυτρωμοῦ. Ὁ Καλός Σαμαρείτης, Αὐτός ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, συνεδύασε καί τά δυό σωστικά μέσα: τήν ἀπόλυτη ἀναμαρτησία καί τή Θυσία ἐπί τοῦ Σταυροῦ. Ἡ Ἐκκλησία Του ἔκτοτε, σάν στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας καί ταμειοῦχος τῆς Χάριτος, εἶναι, καί θα εἶναι, τό πραγματικό πνευματικό Πανδοχεῖο γιά ὅλους τούς πιστούς πού μέσῳ τῶν ἁγίων της μυστηρίων φωτίζει, ἀναγεννᾷ, λυτρώνει καί σώζει ὅλους ὅσους πιστεύουν καί ὁμολογοῦν τό Χριστό ὡς Θεοῦ Δύναμικαί Θεοῦ Σοφία. (Α’ Κορ. α’ 24).

Εικόνα από: god.in.ua

για το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley