Εικόνα από:nefthalim.blogspot.com

 

Οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν συνήθεια κάθε χρόνο νὰ πηγαίνουν στὴν Ἱερουσαλὴμ, γιὰ νὰ γιορτάσουν τὸ πάσχα στὸ ναὸ τοῦ Σολομώντα.

Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, ποὺ ἀπὸ τὰ πιὸ μακρινὰ μέρη ξεκινοῦσαν γιὰ νὰ κάνουν τὸ ἐτήσιο αὐτὸ μεγάλο προσκύνημα, πήγαιναν καὶ πολλοὶ ἐθνικοὶ ἀπὸ περιέργεια, γιὰ νὰ δοῦν πῶς γιόρταζαν οἱ Ἑβραῖοι τὸ πάσχα τους. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ἧταν ἐθνικοὶ καὶ εἶχαν ἀσπαστῆ τὸν Ἰσραηλιτισμό.

 

Ἐκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον (κεφ. ι´, 3245)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ παραλαβὼν ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ, ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης οἱ υἱοὶ Ζεβεδαίου, λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὅ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν.

Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν;

Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἶς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἶς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου.

Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τὶ αἰτεῖσθε, δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον, ὅ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα, ὅ ἐγὼ βαπτίζομαι, βαπτισθῆναι; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὅ ἐγὼ πίνω πίεσθε καὶ τὸ βάπτισμα ὅ ἐγὼ βαπίζομαι, βαπτισθήσεσθε.

Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ’ οἶς ἡτοίμασται.

Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα, ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου.

Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς τοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὄς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὅς ἄν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

Ἐξήγηση

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ἀφοῦ πῆρε ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητές του, ἄρχισε καὶ τοὺς ἔλεγε τὰ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ πάθη.

Νά, ἀνεβαίνομε στὰ Ἱεροσόλυμα, κι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς γραμματεῖς καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν σὲ θάνατο καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στοὺς Ἑθνικούς.

Καὶ θὰ τὸν περιπαίξουν καὶ θὰ τὸν φτύσουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν καὶ θὰ τὸν σκοτώσουν καὶ ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες θ’ ἀναστηθῆ.

Καὶ πηγαίνουν μπροστὰ ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης τὰ παιδιὰ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τοῦ λένε· διδάσκαλε, θέλομε ὅ,τι σοῦ ζητήσομε νὰ μᾶς τὸ κάνης.

Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε, τί θέλετε νὰ σᾶς κάμω;

Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίθηκαν. Δός μας νὰ καθίσωμε ἕνας δεξιὰ κι ἕνας ἀριστερὰ σου, ὅταν θὰ εἶσαι στὴ δόξα σου.

Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι ποὺ πίνω ἐγὼ καὶ τὸ βάπτισμα ποὺ ἐγὼ βαπτίζομαι νά βαπτιστῆτε; Κι ἐκεῖνοι εἶπαν μποροῦμε καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· τὸ ποτήρι ποὺ πίνω ἐγὼ θὰ τὸ πιῆτε, καὶ τὸ βάπτισμα ποὺ ἐγὼ βαπτίζομαι θὰ βαπτισθῆτε.

Μὰ τὸ νὰ καθίσετε δεξιὰ ἤ ἀριστερά μου δὲν εἶναι στὸ χέρι μου νὰ δώσω ἐκτὸς σὲ ὅσους ὁρίστηκε.

Καὶ σὰν τ’ ἄκουσαν οἱ δέκα, ἄρχισαν κι ἀγανακτοῦσαν γιὰ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη.

Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς κάλεσε καὶ τοὺς λέει. Ξέρετε πὼς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐθνῶν κυριεύουν τὰ ἔθνη καὶ οἱ μεγάλοι τους τὰ ἐξουσιάζουν.

Ἄς μὴν εἶναι ἔτσι καὶ σὲ σᾶς, ἀλλὰ ὅποιος θέλει μεταξύ σας νὰ εἶναι μεγάλος ἃς εἶναι ὑπηρέτης σας.

Καὶ ὅποιος θέλει νὰ γίνη μεταξύ σας πρῶτος, ἄς εἶναι δοῦλος σ’ ὅλους. Γιατὶ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ὑπηρετηθῆ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήση καὶ νὰ δώση τὴ ζωή του ἀντάλλαγμα γιὰ τὴ σωτηρία τῶν πολλῶν.

.

Ρητό: «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ».

.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ Ε’ – ΣΤʹ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΤΕΛΗ ΠΕΚΛΑΡΗ
`1976

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»