Εικόνα από:ayioi-pantes.blogspot.com

.

Μιὰ μέρα ὁ Χριστὸς πῆρε μαζί του τοὺς τρεῖς ἀγαπημένους του μαθητές, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο, καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ ἀνέβηκε στὸ ὄρος Θαβὼρ γιὰ νὰ προσευχηθῆ.

Σὰν ἔφτασαν πάνω στὸ βουνό, ὁ Χριστὸς ἄφησε τοὺς μαθητές του καὶ πῆγε λίγο πιὸ πέρα νὰ προσευχηθῆ.

Τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν μεταμορφώθηκε μπροστὰ στοὺς μαθητές του καὶ τὰ ροῦχα του γίνηκαν ἀστραφτερά, ἄσπρα ὑπερβολικά, ὅσο λευκαντὴς πάνω στὴ γῆ δὲ μπορεῖ νὰ τὰ λευκάνη. Τὸ πρόσωπό του φωτισμένο ἀπὸ θεϊκὸ φῶς, ἔλαμπε σὰν τὸν ἥλιο.

Ὅταν κατέβηκαν ἀπὸ τὸ βουνὸ καὶ πήγαιναν πρὸς τοὺς ἄλλους μαθητές, εἶδαν μέσα στὸν κάμπο μαζωμένο πολὺν κόσμο. Ὅταν τὰ πλὴθη τὸν εἶδαν νά ’ρχεται, χάρηκαν πολὺ κι ἔτρεξαν νὰ τὸν ὑποδεχτοῦν.

Τότε ἕνας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ πλῆθος πέφτοντας στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ ζήτησε νὰ θεραπεύση τὸ παιδί του.

Ἐκ τοῦ κατὰ Μᾶρκον (κεφ. Θ´, 17-31)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτῷ καὶ λέγων· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱὸν μου πρὸς σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον.

Καὶ ὅπου ἄν αὐτὸν καταλάβη ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδὸντας αὐτοῦ καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου, ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι καὶ οὐκ ἴσχυσαν.

Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; Ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; Φέρετε αὐτὸν πρός με.

Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν· καὶ ἰδὼν αὐτόν, εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς, ἐκυλίετο ἀφρίζων.

Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ;

Ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν.

Καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν, ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν, σπλαχνισθεὶς ἐφ’ ἡμᾶς.

Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι.

Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.

Ἰδὼν δὲ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῶ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω, ἐξέλθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθης εἰς αὐτόν.

Καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν.

Ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη.

Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό.

Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδένι δύναται ἐξελθεῖν, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ.

Ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς, ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν καὶ ἀποκτανθείς, τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.


Ἐξήγηση

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος ἦλθε στὸν Ἰησοῦ γονυπετώντας καὶ λέγοντας, Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τὸν γιό μου ποὺ ἔχει δαιμόνιο καὶ τὸν ἔχει κάνει ἄλαλον (βουβό).

Κι ὅπου τὸν πιάνει τὸν ρίχνει κάτω, κι ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ μένει ξερός, καὶ εἶπα στοὺς μαθητές σου, νὰ τὸ βγάλουν καὶ δὲν μπόρεσαν.

Κι ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε καὶ τοὺς λέει. Γενεὰ ἄπιστη, ὡς πότε θὰ μένω μαζί σας; ὡς πότε θὰ σᾶς ὑποφέρω; Φέρτε τον σ’ ἐμένα.

Καὶ τοῦ τὸν ἔφεραν. καὶ σὰν τὸν εἶδε τὸ πνεῦμα, ἀμέσως τὸν σπάραξε, κι ἔπεσε κατὰ γῆς καὶ κυλιόταν ἀφρίζοντας.

Καὶ ρώτησε τὸν πατέρα του: Πόσος χρόνος εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ τὸ ἔπαθε;

Κι ἐκεῖνος εἶπε· ἀπὸ παιδί.
Καὶ πολλὲς φορὲς καὶ στὴ φωτιὰ τὸν ἔριξε καὶ στὰ νερὰ γιὰ νὰ τὸν σκοτώση. Ἀλλά, ἂν ἴσως μπορῆς, σπλαχνίσου μας καὶ βοήθησέ μας.

Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· ἄν μπορῆς νὰ πιστέψης, ὅλα εἶναι δυνατὰ σὲ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει.

Ἀμέσως φώναξε ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ καὶ μὲ δάκρυα ἔλεγε: Πιστεύω, Κύριε, βοήθησέ με νὰ μὴν ἀπιστῶ.

Καὶ βλέποντας ὁ Ἰησοῦς πὼς τρέχει πολὺς κόσμος, πρόσταξε τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτο λέγοντάς του: Ἐσὺ τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλο καὶ κουφό, ἐγὼ σὲ προστάζω ἔβγα ἀπὸ μέσα του καὶ μὴν μπῆς πιὰ σ’ αὐτόν.

Κι ἀφοῦ φώναξε καὶ τὸν σπάραξε πολύ, βγῆκε κι ἔγινε σὰ νεκρός, τόσο ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν πὼς πέθανε.

Κι ὁ Ἰησοὺς τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι του καὶ τὸν σήκωσε καὶ στάθηκε ὄρθιος.

Καὶ σὰ μπῆκε σ’ ἕνα σπίτι, τὸν ρωτοῦσαν ἰδιαιτέρως, οἱ μαθητές του, γιατὶ ἐμεῖς δὲν κατορθώσαμε νὰ τὸ βγάλωμε;

Καὶ τοὺς εἶπε: Τοῦτο τὸ γένος μὲ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ βγεῖ παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία.

Καὶ βγαίνοντας ἀπὸ κεῖ, προχωροῦσαν μέσα ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸ ξέρη κανείς.

Γιατὶ ἐξηγοῦσε στοὺς μαθητές του κι ἔλεγε, πὼς τὸν υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου τὸν παραδίδουν σὲ χέρια ἀνθρώπων καὶ θὰ τὸν θανατώσουν· καὶ ἀφοῦ θανατωθῆ, σὲ τρεῖς ἡμέρες θ’ ἀναστηθῆ.

Ρητό: «Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι».

.

ΤΕΛΗ ΠΕΚΛΑΡΗ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΕΣ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ Ε’ ΚΑΙ  ΣΤʹ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ 1976

.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»