Ἡ Παναγία ἐν Ἁγίῳ Ὄρει

Γέρων διηγήθηκε: «Ἦρθα στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1943 σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν. Μία μέρα, πήγαμε νὰ λειτουργηθοῦμε στὸ Κυριακὸ ἐμεῖς οἱ πατέρες τῆς συνοδείας μας, ἐνῷ ὁ Γέροντας ἔμενε μόνος του στὸ Καλύβι, γιατὶ ἦταν ἄρρωστος.

Ἐγὼ μετὰ τὴν θεία Λειτουργία ἐπέστρεψα πρῶτος στὸ Καλύβι, γιὰ νὰ μαγειρέψω. Ἀνοίγοντας ὅμως τὴν πόρτα ἄκουσα κουβέντες-συζήτηση στὴν Ἐκκλησία.

Πῆγα καὶ εἶδα τὸν Γέροντα μόνο του, ἀλλὰ καίτοι ἦταν ἄρρωστος ἦταν πολὺ χαρούμενος. Τὸν χαιρέτησα, τοῦ ἔβαλα μετάνοια καὶ μοῦ εἶπε:

«Βλέπεις τὴν Κυρία Θεοτόκο;». Καὶ ὁ Γέροντας συνέχισε νὰ μιλᾶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν εἰκόνα: «Ἔλα, Κυρία Θεοτόκε, πάρε με, φτάνει πιά».

Στὸ μεταξὺ κατέβηκε καὶ ὁ παπὰς καὶ τὸν ρώτησε τί κάνει.

Ἀπάντησε: «Βλέπω μία σκάλα, ἀνεβαίνει πολὺς κόσμος. Ποῦ πάει αὐτὸς ὁ κόσμος;».

Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ζήτησε νὰ τοῦ κάνουμε Εὐχέλαιο, κοινώνησε, μᾶς ἔδωσε τὴν εὐχή του καὶ ὕστερα ἐκοιμήθη εἰρηνικά.

Ὁ Γέροντας λεγόταν Ἰωακεὶμ καὶ ὁ παπὰς Ἄνθιμος ἀπὸ τὴν Σκήτη Ξενοφῶντος. Ἦταν καὶ οἱ δύο παπάδες καὶ ἀδέλφια κατὰ σάρκα, καταγόμενοι ἀπὸ τὸ
Τσανάκαλε»…

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ ἁγιορείτικη παράδοση, ἐκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριο Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Πειραϊκή Ἐκκλησία
Ἱερὰ Μητρόπολις Πειραιῶς
Ἔτος 24ο – Τεῦχος 261 – Ἰούλιος – Αὔγουστος 2014

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»