του Κωνσταντίνου Γανωτή

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πολιτεία ζούσανε δυο αδερφάδες, νοικοκυρές και φιλόξενες κι οι δυο και πολύ αγαπημένες βέβαια, αφού ήταν και δίδυμες.

Μόνο που η μια ήταν λίγο κοντύτερη απ΄ την άλλη, τόσο όσο να πεις πως είναι κοντύτερη η Σαρακοστή από την Πεντηκοστή. Μάλιστα, για να ΄ναι αγαπημένες, είχαν τα σπίτια τους κολλητά και στο μεσοτοίχι είχαν ανοίξει μια πόρτα μεγάλη και μπαινοβγαίναν απ΄ αυτή.

Αν ήθελες να τις επισκεφτείς, έπρεπε να μπεις από το σπίτι της μικρότερης. Αυτή σε υποδεχόταν σοβαρή και λιγομίλητη, αλλά με τρόπο που έδειχνε ότι σε καταλάβαινε και σε πονούσε, ό,τι βάσανο κι αν είχες.

Γι΄αυτό, όταν έμπαινες στο σπίτι της, ήθελες όλο να κλαις, όπως τα παιδιά όταν έχουν χτυπήσει πουθενά ή τα έδειρε κανένας κι ύστερα πηγαίνουν στη μάνα τους, για να παρηγορηθούν.

Και φίλευε στους ξένους της ελίτσες, συκαλάκια, σταφιδούλες, χαλβαδάκο, καμιά μαρμελάδα και πάντα γλυκό του κουταλιού. Γι΄ αυτό και κανένας δεν παραχόρταινε στο σπίτι τής μικρότερης αδερφής, χωρίς όμως και να νιώθει νηστικός, γιατί τον παρηγορούσε η συμπόνια της και τα διάφορα καλούδια που έβρισκε πάντα να
τρατάρει.

Κι όταν έμπαινες στο σπίτι της, πάντα μοσκομύριζε λιβάνι κι είχε και το καντήλι αναμμένο κι όλο κι έκανε κάτι μετάνοιες στρωτές και παρακαλούσε την Παναγία για όλους, όσους ήξερε και όσους δεν ήξερε, και πρώτα-πρώτα για τους μουσαφιραίους της. Και, βλέποντάς την, παρακινούσουν να κάνεις κι εσύ τις μετάνοιες σου και τις προσευχές σου.

Βέβαια δεν είχαν όλοι την όρεξη να κάνουν τόσες μετάνοιες και προσευχές, ούτε να τρώνε ψωμόλιδο και μαρούλι σκέτο, αλλά παρ΄ όλα αυτά είχε πολλούς επισκέπτες η μικρότερη αδερφή.

Κι είναι ν΄ αναρωτιέται κανείς τι τους τραβούσε στο σπίτι της κι όλοι από κει μπαίνανε, ακόμα και αυτοί που ήθελαν να επισκεφτούνε την αδερφή της τη μεγαλύτερη.

Ε, λοιπόν, όσοι το σκέφτονται, βρίσκουν ότι στο σπίτι της μικρότερης αδερφής έμπαιναν με ευχαρίστηση οι άνθρωποι, γιατί εκεί ποτέ κανείς δεν τους μάλωνε κι ένιωθαν σαν στο σπίτι τους και καλοί και κακοί.

Αυτή η καλή νοικοκυρά ήταν που, συμπονετικά, είχε ένα τρόπο να σε παρηγορεί και για τις κακίες σου ακόμα, σαν να μην ήταν αμαρτίες, αλλά αρρώστιες.

Ε, δεν θέλετε τώρα ν΄ ακούσετε περισσότερα, για να καταλάβετε και τ΄όνομά της, πώς τη λέγανε δηλαδή τη μικρότερη αυτή αδερφή και πώς τη λέμε ακόμα, γιατί ζει και θα ζει ακόμα η ευλογημένη. Αυτή είναι, που λέτε, η κυρα-Σαρακοστή.

Όσοι μπαίνανε, λοιπόν, στης κυρα-Σαρακοστής, κάθονταν εκεί με τις ώρες και δεν ήθελαν να φύγουν και αυτή τους κοίταζε συμπαθητικά και τους παρηγορούσε κι όταν ήθελε να πει κάτι πολύ ευχάριστο, έπαιρνε ένα χαρούμενο φως το πρόσωπό της, που το σκέπαζε την ίδια στιγμή ένα γλυκό, ντροπαλό χαμόγελο, και τότε μιλούσε για την αδερφή της, την κυρα-Πεντηκοστή.

Έτσι όλοι οι μουσαφιραίοι της μαθαίναν απ΄ αυτή να έχουν την καλύτερη ιδέα για την αδερφή της την κυρα-Πεντηκοστή και να ΄χουν μια λαχτάρα πότε θ΄αποφασίσει η κυρα-Σαρακοστή να τους πει:

− Άντε τώρα, παιδάκια μου, πηγαίνετε στην αδερφή μου, για να πληρωθείτε για την κακοπέραση που είχατε κοντά μου.

Κι αυτοί από φιλότιμο να λένε:

− Όχι, όχι, κυρα-Σαρακοστή, δεν κακοπεράσαμε κοντά σου. Βέβαια, πολλά μας έλειψαν, αλλά η χαρά στην καρδιά μας κελαηδούσε, όπως την άνοιξη τα αηδόνια στις ρεματιές.

Και η κυρα-Σαρακοστή να τους λέει:

−Άντε, άντε, πηγαίνετε τώρα και θα ιδείτε. Μωρέ, χαρά στα μάτια σας, ακούτε που σας λέω.

Και τότε περνούνε την πόρτα που είναι στο μεσοτοίχι οι μουσαφίρηδες της Σαρακοστής και μεμιάς τους υποδέχεται η αδερφή της, η κυρα-Πεντηκοστή, με χαρές και γέλια, με τσουγκρίσματα και βαρελότα και προπαντός με φώτα, φώτα πολλά.

Κι ανοίγει μιαν αγκαλιά θεόρατη και είναι όλο καμάρι, όλο γλύκα και όλο κέφι. Με το «Χριστός Ανέστη» σε υποδέχεται κι εσύ πρέπει να πεις «Αληθώς ο Κύριος». Κι αμέσως σου ΄ρχεται στη μύτη ευωδιά από μαγιάτικα τριαντάφυλλα, μαζί με την τσίκνα από ψητό αρνί στη σούβλα και κοκορέτσι.

Παντού ακούς τσουγκρίσματα και «Χριστός Ανέστη» και βλέπεις κόκκινα αυγά με διάφορα σχέδια, που λυπάσαι να τα τσουγκρίσεις, αλλά τα τσουγκρίζεις. Η κυρα-Πεντηκοστή δεν επιτρέπει τσιγκουνιές.

Η κυρα-Πεντηκοστή τρέχει ανάμεσα σ΄ όλους τους καλεσμένους της κι όπου σε πιάσει σε φιλάει πολλές φορές και από τα δυο σου μάγουλα και σου εμπιστεύεται και το μεγάλο μυστικό.

Δεν είναι, λέει, μόνο ο Χριστός μας που αναστήθηκε, αλλά όλοι ανασταινόμαστε μαζί Του. Και τα φέρετρα και οι τάφοι, όλα αυτά που φοβούμαστε, καταργούνται.

Και χαρά στον που αγαπάει τον Χριστό, γιατί αυτός θα ΄ναι κι αναστημένος και τρισευτυχισμένος. Να μην κλαίτε πια τους πεθαμένους παρά μόνο τους αχάριστους, που δεν θέλουν να μπουν στο πανηγύρι της Ανάστασης.

Μα όσοι περνούνε απ΄ της κυρα-Σαρακοστής πρώτα και ύστερα περνάνε στης αδερφής της, αυτοί τα καταλαβαίνουν όλ΄ αυτά από μόνοι τους κι έχουν στην καρδιά τους μιαν ευχαρίστηση και δοξάζουν τον Θεό για την τόση καλοσύνη Του.

Άμποτε λοιπόν, παιδιά μου, κι εμείς να μπούμε στο φιλόξενο σπίτι της κυρα-Σαρακοστής με εμπιστοσύνη, διότι αυτή η ευλογημένη κι από τα δικά της θα μας φιλέψει, αλλά και στης αδερφής της της κυρα-Πεντηκοστής θα μας περάσει, για να γιορτάζομε στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. του Κων/νου Γανωτή

(Από το βιβλίο «Πασχαλινά κι Αη-Γιωργίτικα παραμύθια», Εκδ. Γραφ. Νεότητας
Ι. Μητρ. Μεγάρων & Σαλαμίνας, 2003)

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Ο Πυρσός
Νεανικό & Μαθητικό περιοδικό των Εκπαιδευτηρίων «Απόστολος Παύλος»
Τεύχος 108- Μάρτιος – Απρίλιος 2020

το «σπιτάκι της Μέλιας»