π. Στυλιανός Μακρής

Τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως εὐαγγελίζονται σήμερα οἱ μυροφόρες γυναῖκες, οἱ ὁποῖες κατὰ τὴν σταύρωση καὶ τὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου παρακολουθοῦσαν ἀπὸ κοντὰ τὰ γεγονότα.

Ἀξιώθηκαν δικαιωματικὰ νὰ εἶναι οἱ πρῶτες ποὺ θὰ πληροφοροῦνταν τὸ εὐχάριστο νέο, γιατὶ εἶχαν πίστη βαθειὰ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Διδάσκαλο.

Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται περίτρανα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι σηκώθηκαν χαράματα Κυριακῆς, γιὰ νὰ πᾶνε στὸν θεοδέγμονα τάφο καὶ νὰ τελέσουν τὰ νεκρικὰ ἔθιμα, δίχως νὰ ὑπολογίσουν τὸ ἀνέφικτον διὰ τὸ μέγεθος τοῦ λίθου ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος καὶ τὸ παράτολμον διὰ τὸν «φόβον τῶν Ἰουδαίων» τοῦ ἐγχειρήματος.

Συχνὰ ἡ καρδιὰ μιᾶς εὐσεβοῦς γυναίκας εἶναι πλημμυρισμένη ἀπὸ συναισθήματα, ἀρετὴ καὶ ἁπλότητα, καὶ παραμερίζει τὴν λογική.

Φόβος καὶ τρόμος κυρίευσε τὶς καρδιές τους στὴ θέα τοῦ νεαροῦ μὲ τὴ λευκὴ στολή, ἔκπληξη καὶ θαυμασμὸς στὸ ἄκουσμα τοῦ ἀνέλπιστου μηνύματος. Γνώριζαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου καὶ τὸν γιὸ τῆς χήρας τῆς Ναΐν, μὰ ὅταν Τὸν εἶδαν στὸν Γολγοθὰ νὰ ξεψυχᾷ, ὅλες τους οἱ ἐλπίδες εἶχαν ἐξανεμιστεῖ καὶ ἴσως δὲν περίμεναν ὅτι ὀ ἴδιος θὰ ἐπανερχόταν στὴ ζωή.

Καὶ εἶχαν σαφῶς πληροφορηθεῖ, ἐὰν δὲν τὸ ἄκουσαν οἱ ἴδιες, περὶ τοῦ μακαρισμοῦ τῶν πενθούντων: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται», ἀλλὰ δὲν ὑποψιάζονταν ὅτι καὶ στὴ δική τους περίπτωση θὰ ἔβρισκε ἐφαρμογή. Μὲ θλίψη προσῆλθαν στὸ μνήμα, μὲ ἀπορία εἰσῆλθαν, μὲ χαρὰ ἀπῆλθαν.

Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς λέγει ὅτι οἱ μυροφόρες δὲν εἶπαν τίποτε σὲ κανένα, γιατὶ ἦταν φοβισμένες. Ἦταν ἄραγε τὸ δέος μπροστὰ στὸ μεγάλο μυστήριο ὁ λόγος ποὺ δὲν μίλησαν σὲ κανένα; ἦταν ἄραγε ὁ φόβος μήπως παρεξηγηθοῦν ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου καὶ κατηγορηθοῦν ὡς ἀνόητες ποὺ πίστεψαν σὲ ἕνα ἀνυπόστατο ψέμα, ὅπως βέβαια καὶ ἔγινε; ἢ ἦταν ὁ φόβος μήπως ἀρχίσουν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ ἀνακρίνουν πρόσωπα καὶ πράγματα καὶ ἔρχονταν οἱ μαθητὲς σὲ δύσκολη θέση;

Πάντως δὲν ἀπίστησαν στὰ ἀγγελικὰ λόγια· κρατοῦσαν τὴν χαρὰ τους ἀναμεμειγμένη μὲ διάφορα ἄλλα συναισθήματα καὶ ἀναμμένο τὸν λύχνο τῆς πίστεως, ποὺ συντηροῦσαν μὲ τὸ καύσιμο τῆς πρὸς τὸν Κύριο ἀγάπης.

Οἱ ἄνθρωποι συνηθίζουν νὰ βρίσκουν τοὺς νεκρούς τους στὰ κοιμητήρια. Βλέπουν στὶς πλάκες τῶν τάφων τὰ ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων, βλέπουν τὶς φωτογραφίες τους καὶ τοὺς ἐνθυμοῦνται, ἀνάβουν κεριὰ καὶ στολίζουν μὲ λουλούδια τοὺς τάφους.

Σὲ ὁλόκληρη τὴ γῆ, σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες, οἱ τάφοι εἶναι γεμάτοι.  Μόνον ἕνας τάφος εἶναι ἀδειανός. Κι αὐτὸς εἶναι ὁ κενὸς πανάγιος τάφος ποὺ δέχθηκε γιὰ τρεῖς ἡμέρες τὸ Πανάχραντο καὶ Ἄφθαρτο Σῶμα τοῦ ἐξουσιαστοῦ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. «Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;»

Οἱ μυροφόρες ζητοῦσαν ὡς νεκρὸ τὸν ζωντανὸ Θεό, ὅπως ἀκριβῶς ζητοῦμε κι ἐμεῖς τοὺς δικούς μας νεκρούς καὶ ὅπως ἀκριβῶς θὰ μᾶς ζητοῦν κάποτε οἱ δικοί μας ἄνθρωποι. Οἱ μυροφόρες ἦταν οἱ μόνες στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ποὺ δὲν βρῆκαν αὐτὸ ποὺ ζητοῦσαν, οἱ μόνες ποὺ ἐπέστρεψαν στὰ σπίτια τους μὲ γεμάτα τὰ μυροδοχεῖα.

Ἦταν παροῦσες κατὰ τὴν ὥρα τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτὸ καὶ δικαιωματικὰ ἄξιζαν νὰ πληροφορηθοῦν πρῶτες τὸ χαρμόσυνο γεγονός. Ἔκλαψαν ἴσως περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄνδρες, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ δάκρυα χαρᾶς ἴσως ἔπρεπε νὰ κυλήσουν πρῶτα στὰ δικά τους μάτια.

Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ποὺ δικαιοῦτο νὰ δῇ τὸν ἀναστημένο Χριστό ἦταν ἀναμφισβήτητα ἡ Παναγία Μητέρα Του. «Ὑπήντησας τῇ Παρθένῳ» μᾶς λέγει τὸ ἀναστάσιμο ἀπολυτίκιο. Ἡ πρώτη στὴν ἁγιότητα καὶ πρώτη στὴν τιμὴ ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ ἡ πρώτη στὴ θέα τοῦ ἀναστημένου Υἱοῦ της. 

 Ἐκείνη σπάραζε κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρό, ἐκείνη ἦταν παραπάνω ἀπ’ ὅ, τι κάθε ἄλλος· ὅλοι δοῦλοι, ἐκείνη ὅμως καὶ Μητέρα καὶ δούλη. Διαισθανόταν βέβαια ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶχε ἐξουσία σὲ Αὐτὸν ποὺ εἶχε ἀναστήσει νεκρούς.

Ὁ θρήνος της δὲν ἦταν ἐξ ἀπελπισίας, ἀλλ’ ἐξ ἐπιγνώσεως ὅτι Αὐτὸς ποὺ κρατοῦσε ἄπνου στὴν Ἀποκαθήλωση ἦταν ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου. Ἀναλογιζομένη τὴν ἄκρα Του ταπείνωση, ταπείνωση μέχρι θανάτου, ἔκλαιγε καὶ ὀδυρόταν γιὰ τὸ φρικτὸ θέαμα. Ἔκλαιγε καὶ ὡς Μητέρα καὶ ὡς δούλη.

Μὲ πρώτη τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο εἶδαν λοιπὸν μὲ τὴ σειρά τους τὸν ἀναστημένο Χριστὸ καὶ οἱ λοιπὲς μυροφόρες, τὴν εὐχάριστη θέα τοῦ Ὁποίου εἴθε διὰ τῶν πρεσβειῶν τους νὰ ἀξιωθοῦμε ὅλοι μας.

Πηγή: Με παρρησία…

το «σπιτάκι της Μέλιας»