-Σαν νυχτώσει, μην αποκοιμηθείς, έχουμε μια μεγάλη δουλειά εσύ κι εγώ. Α, μην το ξεχάσω, κι ως που να έρθω, σου έχω επάνω στο σοφρά καθαρή, μοσχοβολιστή, την καλή σου φορεσιά.

Να βάλεις την καινούρια φουστανέλα σου μα και το χρυσοκέντητο γιλέκο σου, του είπε η μάνα και βάζοντας στον ντορβά ένα αγιοκέρι και λίγο λάδι, έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Ο Χρήστος, ήταν ένα ψηλό, όμορφο, καστανόξανθο παλικάρι. Ήταν γιος του περίφημου, σ’ όλα τα περίχωρα, καπετάν-Βαγγέλη, του οπλαρχηγού. Ο καπετάν-Βαγγέλης, ήταν ατρόμητος αρματολός.

Είχε οργανώσει και το δικό του λημέρι εκεί πάνω στην αετοφωλιά, του βουνό, όπως την έλεγαν. Μα πάνε χρόνια πολλά που μια μέρα στη μάχη τον χτύπησε το βόλι στο στήθος, στο μέρος της καρδιάς. Από τότε ο μικρός Χρηστάκης, είχε μόνο τη μητέρα του σ’ αυτόν τον κόσμο, την κυρά-Λενιώ.

Η κυρά-Λενιώ από τότε, εδώ και 18 χρόνια, κάθε μέρα, σούρουπο, κοντά στο απόβραδο, πηγαίνει στα μνήματα και ανάβει το καντήλι του άντρα της.

Ήταν όμορφη και νέα κοπέλα όταν έμεινε έγκυος στο μικρό Χρηστάκη, πριν φύγει ο «καπετάνιος» ,όπως τον έλεγε, για το ταμπούρι του. Μα ο χαμός του, σαν να την γέρασε πρόωρα.

Από τότε, τα μαύρα δεν τα έβγαλε από πάνω της, το πρόσωπό της έσπασε, ρυτίδωσε το μέτωπό της. Μα η καρδιά της έμεινε ζωντανή, δυνατή, για να μπορέσει να μεγαλώσει το μοναχογιό της και να τον καμαρώσει ελεύθερο Έλληνα, όπως θα τον ήθελε κι εκείνος, και όχι προσκυνημένο ραγιά.

Ο Χρήστος μην ξέροντας τι και πως, περιμένοντας όπως τον ειχε πει η μητέρα του, καθόταν μπροστά στο τζάκι και βυθισμένος στις σκέψεις του ανακάτωνε τα κάρβουνα.

-Καπετάνιε μου, ήρθε η ώρα. Δε νομίζεις; Ο γιός μας, έφτασε τα 18. Το προσωπάκι του γέμισε με γένια, ίδια με τα δικά σου. Αυτό, αυτό δεν μου είπες θα είναι το σημάδι; Καπετάνιε, ήρθε η ώρα να τον καμαρώσεις από κει ψηλά, άξιο αρματολό στο ποδάρι σου.

‘Ήρθε η ώρα το σπλάχνο μας να τιμήσει τούτο το ιερό μας χώμα, που με το αίμα σου, καπετάνιε, το πότισες για να ανθίσει το νιο βλαστάρι. Συντρόφευέ τον και υποσχέσου με πως ποτέ μονάχο στο ταμπούρι και στο γιουρούσι δεν θα τον αφήσεις.

Άξιο, να τον δω να ελευθερώσει την πατρίδα μας που τόσο βαριανασαίνει και άλλο δεν μπορεί να αντέξει, είπε και τρέμοντας από τους λυγμούς της, γονάτισε στον τάφο του άντρα της, έσκυψε και φίλησε το μουσκεμένο από τα δάκρυά της χώμα.

Η πόρτα έτριξε και η μαυροφορεμένη μάνα μπήκε μέσα στο σπίτι, αποφασισμένη, συλλογισμένη μα και χαρούμενη.

-Πάμε, πάμε γιέ μου. Έλα, σήκω από εκεί χάμω. Σήκω, να σε δω, να σε καμαρώσω. Έλα, έλα, ήρθε η ώρα γιέ μου, κι έπεσε στην αγκαλιά του απορημένου Χρήστου, που τώρα πιά την περνούσε ένα κεφάλι.

Με βήματα αργά και σταθερά, σαν να πηγαίνουν σε πομπή, σε ιεροτελεστία, μάνα και γιος βγήκαν στο φως του φεγγαριού. Δυο σκιές γυρτές, μην τις πάρει κανένα μάτι, μα ελεύθερες, αδούλωτες στο πνεύμα, κινούσαν για τον στάβλο τους, εκεί, λίγο παρακάτω.

Σαν έφτασαν στην πόρτα του στάβλου η κυρά-Λενιώ πήρε μια βαθιά ανάσα, και κοίταξε το γιό της γεμάτη περηφάνια. Άναψε την γκαζόλαμπα που έστεκε κρεμασμένη στον τοίχο. Είπε το Χρήστο και πήραν από ένα δικράνι και άρχισαν να μετακινούν τον μεγάλο σορό με τ’ άχυρα από τη γωνία του στάβλου, παραδίπλα.

– Μάνα, γιατί ήρθαμε εδώ τέτοια ώρα; Γιατί μεταφέρουμε τα άχυρα αφού τόσα χρόνια εδώ τα έχουμε και από εδώ παίρνουμε για να ταΐσουμε τα ζώα; Γιατί είσαι βουρκωμένη; Μήπως έγινε τίποτε στα μνήματα; Γιατί δε με άφησες να έρθω μαζί σου; Τούρκοι ήταν; Πες μου, είπε και θέριεψε το παλικάρι και μόνο στην ιδέα.

– Όχι, όχι παιδί μου, ησύχασε τίποτε από όλα αυτά. Θα σου εξηγήσω, θα σου πω και θα καταλάβεις και μάλιστα πολύ σύντομα. Μόνο φέρε μου τη σκούπα να συγυρίσω το πάτωμα και σύρε να αμπαρώσεις καλά την πόρτα, από μέσα, μην τύχει κάνα κακό.

Η κυρά-Λενιώ με ακράτητα δάκρυα στα μάτια, άρχισε να σκουπίζει το πάτωμα. Τότε, φάνηκαν καθαρά τα σανίδια του.

– Γονάτισε γιέ μου, γονάτισε κι έχω να σου πω μια ιστορία.

Αφού του ξαναμίλησε, όπως σχεδόν κάθε βράδυ, για τη θωριά την ανδρεία, το θάρρος αλλά και τον θάνατο του πατέρα του έσκυψε στο πάτωμα. Μέτρησε από τη γωνία του τοίχου δέκα σανίδια και ψηλάφησε με τα λεπτά της δάχτυλα τους αρμούς τους.

Εκεί, κάπου ανάμεσα στο δέκατο και στο εντέκατο σανίδι, το δάχτυλό της, σαν να έπεσε σε ένα βαθούλωμα. Τότε, μπροστά στα μάτια του έκπληκτου Χρήστου, άνοιξε μια μικρή καταπακτή.

– Εδώ, εδώ γιέ μου, μου είχε αφήσει παραγγελιά ο καπετάν-Βαγγέλης, ο πατέρας σου, να κρύψω τ’ άρματά του…

Μου είπε πως όταν δεις τον γιο μας, Λενιώ μου, να έχει γεμάτο το πρόσωπό του με γένια, τότε, τότε θα του αποκαλύψεις το μυστικό μας και τότε, με την ευχή μου και τη δική σου, να τον στείλεις στο ταμπούρι μου, να πάρει τη θέση μου, αυτήν που άφησα κενή και…ξεψύχησε, είπε και πλαντάζοντας στο κλάμα, αγκάλιασε το αγόρι της που κατάματα την κοιτούσε με δέος.

Αμέσως, έβγαλε από την καταπακτή το καριοφίλι, την κουμπούρα και το σπαθί του ξακουστού, αθάνατου αρματολού καπετάν-Βαγγέλη, που είχε δώσει στην Τουρκιά, καλά, να καταλάβει, πως ο Έλληνας, σαν του βεβηλώσουν τα ιδανικά γίνεται θεριό.

– Γιέ μου, παλικάρι μου, ήρθε λοιπόν η ώρα. Ήρθε η ώρα να τιμήσεις τον νεκρό πατέρα σου, να πολεμήσεις δίπλα στο φλάμπουρο που αγέρωχα κυματίζει, μόνο, κει ψηλά στο λημέρι. Ήρθε η ώρα, τούτα τ’ άρματα, που ο πατέρας σου, σου τα άφησε κληρονομιά, να ξαναπάρουν φωτιά ώστε να λευθερώσεις τον πονεμένο τόπο μας.

‘Ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού, γιέ μου. Με την ευχή μου και με την ευχή τη δική του, έλεγε σκουπίζοντας ξανά και ξανά τα μάτια της.

-Να, πάρε κι αυτό, συνέχισε. Είναι το εικόνισμα της Παναγιάς μας. Είναι του πατέρα σου. Το είχε πάντα στο ζωνάρι του από τότε που χωριστήκαμε και κίνησε για το βουνό. Μα, και σε κάθε μάχη πάντα στην μέση του το είχε να τον σκεπάζει και να τον φυλάει η Παναγιά μας η Γοργοϋπηκοος

Σήκωσε τότε το βλέμμα της και κοίταξε ίσια, στα μάτια τον μονάκριβό γιο της. Έτσι, δεν τον είχε ματαδεί. Το στήθος του είχε φουσκώσει από περηφάνια και τιμή. Οι φλέβες του τινάζονταν πότε, πότε σαν να μην μπορούσαν να βαστάξουν το αίμα που κυλούσε μέσα τους.

Τα μάτια του… τα μάτια του γυάλισαν σπινθηροβόλα μέσα στο λυκόφως της γκαζόλαμπας, σαν αντίκρυσαν το βλέμμα της, ηρωϊδας, μάνας…δεν άντεξαν ένα δάκρυ ατίθασο, που τόση ώρα αγωνιζόταν να το καταπιεί, ξεπήδησε στα αναψοκοκκινισμένα ,από το πάθος για τη λευτεριά, μάγουλά του.

-Και ποτέ, ποτέ σου μην ξεχάσεις… ποτέ σου μην κιοτέψεις, μην λιγοψυχήσεις. Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος, γιέ μου. Κι εγώ θα είμαι μαζί σου, με τις προσευχές μου. Ο Κύριός μας, θα σε φυλάει και η Παναγιά μας, θα σε σκεπάζει μέσα στην αντάρα της μάχης.

Μαζί σου ακόμα φύλακας άγγελος θα είναι ο πατέρας σου ,βοηθός και προστάτης σε κάθε δυσκολία. Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία, παιδί μου. Γιατί, χαλάλι της πατρίδος, μια φορά κανείς πεθαίνει, είπε κι ένας ήχος ,σαν από αγριοπούλι, ήρθε να τους αναστατώσει, να τους σηκώσει.

Ήταν το συνθηματικό. Είχε έρθει και η ορισμένη ώρα να κινήσουν για το βουνό, όπου θα περίμενε ένα από τα παλικάρια να πάρει τον Χρήστο, και σαν αετοί να πετάξουν εκεί, πάνω στην αετοφωλιά.

Εκεί που πόδι Τούρκου δεν μπόρεσε να ανέβει. Εκεί για να αναπνεύσουν και να χαρούν τον αγνό αέρα της ελεύθερης πατρίδος, της Ελλάδας.

Π.Τ.
μαθητής Γ΄Λυκείου

Πηγή: Απολύτρωσις

το «σπιτάκι της Μέλιας»