Συχνά είτε διαβάζουμε στον τύπο, είτε βλέπουμε στην τηλεόραση, είτε ακούμε να μιλάνε για γκουρμέ. Και εννοούν μ’ αυτό γεύσεις εδεσμάτων που φτιάχτηκαν με εξωτικά ή δυσεύρετα υλικά και με πολύπλοκους τρόπους.

Αν όλα αυτά είναι πράγματι νόστιμα, είναι συζητήσιμο, και είναι πολλοί που προτιμούν τις απλές αλλά καλές γεύσεις. Για μένα υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις ιστορίες που υποστηρίζουν τους δεύτερους. Ακούστε τις λοιπόν.

Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 κι εκείνο το καλοκαίρι η ζέστη είχε πιάσει νωρίς. Ανεβαίναμε απ’ την Ερατεινή στο χωριό καβάλα στα ζώα, εγώ, η μάννα μου και ο μπάρμπας μου ο Μήτσος ο Κέντρος.

Διψασμένοι, σταματήσαμε στου Καραλή τη λάκκα, για να δροσιστούμε από μια πηγή που ήταν στο πλάι του δρόμου. Όμως η πηγή είχε σχεδόν ήδη ξεραθεί και δεν μπορούσαμε να πιούμε το λιγοστό νεράκι της. Έτσι συνεχίσαμε, και λίγο πριν την Κουκουβίστα, τρία τσοπανόσκυλα όρμησαν κατά πάνω μας γαβγίζοντας.

Ο μπάρμπας μου, ξέροντας τίνος ήταν τα σκυλιά, φώναξε «Κώστα, κράτα τα σκυλιά» λέγοντας και ποιοι είμαστε. Ο Κώστας κράτησε τα σκυλιά και σε λίγο φάνηκε κατεβαίνοντας, ο μπάρμπα Κώστας ο Πλίτσας κρατώντας ένα μπακράτσι κι ένα ποτήρι.

Οταν έφτασε κοντά μας και όπως είμαστε καβάλα, γέμισε το ποτήρι με ένα παχύρρευστο άσπρο υγρό και μας πρόσφερε να πιούμε. Εγώ που αντιπαθούσα το γάλα, δίστασα να πιω και ρώτησα τι ήταν. Μου απάντησε «Ξινόγαλο».

Σκέφτηκα «ωχ γάλα και μάλιστα ξινό», αλλά η δίψα μου υπερνίκησε τον δισταγμό μου και αποφάσισα να πιω. Με τις πρώτες γουλιές, ω Θεέ μου, τι αμβροσία ήταν αυτή! Από τότε έγινα φανατικός οπαδός του ξινόγαλου.

Κάποιες άλλες φορές ο γείτονάς μας, ο συνονόματός μου, ο Στάθης ο Σερεντέλλος, με έπαιρνε μαζί του στη στρούγκα τους στο λόγκο. Όσο μπορούσα περπατούσα δίπλα του και μόλις κουραζόμουν – μικρό παιδί βλέπετε τότε εγώ –μ’ έπιανε με το ένα χέρι του και μ’ έβαζε καβάλα στο σβέρκο του μέχρι να φτάσουμε στη στρούγκα.

Μόλις φτάναμε στην ταράτσα, έβγαζε το ένα και μοναδικό κουτάλι που είχε, ξεκρεμούσε μια βιδούρα με γιαούρτι που είχε πήξει απ’ την προηγούμενη μέρα και τρώγαμε με το ίδιο κουτάλι μια κουταλιά εγώ και μια κουταλιά εκείνος.

Η γεύση; Θεσπέσια!

Μία άλλη φορά θυμάμαι, ο μπάρμπας μου ο Κώστας ο Στραγαλής (Αναδιώτης κατά το επίσημο επίθετό του) πάντρευε την κόρη του την Μόρφω και μαγείρευε στο καζάνι για το συμπεθεριό, όπως συνηθιζόταν, ενώ εγώ χάζευα τριγύρω.

Κάποια στιγμή μου προτείνει να φάω κάτι απροσδιόριστο και ελαφρά σταχτωμένο. Εγώ έκανα πίσω το κεφάλι μου λέγοντας ότι δεν θέλω. Εκείνος όμως επέμενε λέγοντάς μου «Φάε μια μπουκιά πατσά κι άμα δεν σ’ αρέσει φτύστει».

Τελικά αυτό το πράγμα ήταν το στομάχι του ζώου μου μαγείρευε, ψημένο στα κάρβουνα και όχι μόνο το έφαγα, αλλά η γεύση του θα μου μείνει αξέχαστη.

Αλλά αξέχαστη θα μου μείνει και η ζεστή απ’ το φούρνο μπομπότα με τυρί που με κέρναγε η θειά μου η Σταθοκώστενα, όταν πέρναγα μπροστά απ’ το σπίτι τους, πηγαίνοντας αργά το απόγευμα στο Απόσκιο για νερό.

Ε.Α. Μάιος 2011

Πηγή: Μακρινή Δωρίδος

το «σπιτάκι της Μέλιας»