Ἐπιμέλεια πρωτ. Π. Κρούσκου

Στό Ἀργοστόλι, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Παπᾶ-Μπασιᾶ, ζοῦσε μία οἰκογένεια ἀρχοντική καί πολύ πλούσια, ἡ ὁποία ἀποτελεῖτο ἀπό τέσσερα ἄτομα, τόν σύζυγο, τήν σύζυγο καί δύο ἄρρενα τέκνα.

Οἰκογένεια λίαν εὐσεβής καί ἐνάρετος, ἀκόμη περισσότερο ἡ κυρία, τῆς ὁποίας ἡ ζωή ἦτο πλήρης ἀγαθοεργῶν πράξεων. Μετά πάροδο ἐτῶν πέθανε ὁ σύζυγος καί ἔμεινε ἡ χήρα μέ τά δύο τέκνα της.

Αὐτή ἐπεδόθη εἰς τό νά διαπαιδαγωγῆ καί νουθετεῖ τά τέκνα της ἐπί τό χριστιανικώτερον, συνάμα ἐπεξέτεινε τήν ἀνθρωπιστική δράσιν της, βοηθοῦσα κάθε πτωχόν, ἐπισκεπτομένη ἀσθενεῖς κατ’ οἶκον καί βοηθοῦσα αὐτούς, ἀσθενεῖς εἰς νοσοκομεῖον καί καταδίκους ἐν φυλακαῖς, βοηθοῦσα καί νουθετοῦσα αὐτούς πρός τήν χριστιανική πίστιν.

Ὅταν τά τέκνα της ἔφθασαν εἰς ἡλικίαν τό μέν πρῶτον 21 ἐτῶν, ἕνα βράδυ καθήμενοι μετά τό δεῖπνον εἰς τήν τραπεζαρία, τό πρῶτο τέκνον ἠσθάνθη ἕναν ἰσχυρό πόνον εἰς τήν κεφαλήν. Ἀμέσως ἔπεσε κάτω ἀναίσθητο, τό ἔβαλαν εἰς τό κρεβάτι καλέσαντες πάραυτα τόν ἰατρό.

Οὗτος διεπίστωσε σοβαρωτάτην κατάστασιν, προετοιμάσας τήν κυρία διά τό μοιραῖον. Ἡ κυρία ἀκούσασα αὐτά πού τῆς εἶπε ὁ ἰατρός, κατέφυγε στό εἰκονοστάσι τῆς οἰκίας της καί γονυκλινής ὅλη τήν νύκτα ἐδέετο εἰς τήν Παναγίαν διά τήν σωτηρίαν τοῦ υἱοῦ της.

Τό πρωί δυστυχῶς ἀπεβίωσε τό παιδί της. Παρ’ ὅλο τό πένθος καί τήν μεγάλη λύπη της, συνέχισε τήν χριστιανική καί ἀνθρωπιστική δράσι της.

Μετά πάροδον ὅμως ἑνός ἔτους, ἕνα βράδυ εὑρισκομένη πάλι μετά τοῦ ἑτέρου υἱοῦ της εἰς τήν τραπεζαρία, βλέπει ἀπροόπτως τό παιδί της νά βγάζη μία κραυγή πόνου καί νά πίπτη κάτω ἀναίσθητο, ὅπως καί τό πρῶτο της παιδί.

Ἀμέσως κάλεσε τόν ἰατρό, ὅστις διεπίστωσε τήν ἰδία περίπτωσι μέ τό πρῶτο της παιδί, ἀποφανθείς ὅτι δέν ὑπάρχει οὐδεμία ἐλπίς διασώσεως αὐτοῦ.

Αὐτή κλαίουσα καί ἐν ἀπελπισίᾳ εὑρισκομένη, κατέφυγε πάλι εἰς τό εἰκονοστάσιο τῆς οἰκίας της, καί γονυκλινής ὅλη τήν νύκτα μετά δακρύων παρεκάλει τόν Θεό, τήν Παναγία, καί τόν Ἅγιο Γεράσιμο, ὅπως σώσουν τό παιδί της, καί λόγω τῆς χριστιανικῆς της δράσεως, τήν λυπηθοῦν καί ἀποδώσουν πλήρως τήν ὑγείαν τοῦ παιδιοῦ της.

Δυστυχῶς τήν ἑπομένη, πού ἦλθεν ὁ ἰατρός, διεπίστωσε τόν θάνατο τοῦ υἱοῦ της.

Τότε ἡ Κυρία ἐκμανεῖσα μετεβλήθη εἰς θηρίον ἀνήμερον, παύσασα τελείως τήν προηγουμένη δράσιν της, ὑβρίζουσα συνεχῶς τόν Θεό καί τούς ἁγίους, μή δεχομένη κανένα εἰς τήν οἰκίαν της.

Ἔδωσε δύο φωτογραφίας τῶν παιδιῶν της εἰς καλόν ζωγράφον, νά τῆς φτιάξη τά δύο πορτραῖτα εἰς φυσικόν μέγεθος, τά ὁποῖα ὅταν ὁ ζωγράφος τῆς παρέδωσεν, αὐτή τά ἐπλαισίωσε μέ πολυτελῆ πλαίσια, καί ἐκκενώσασα τῶν ἐπίπλων τό σαλόνι της, τά κρέμασε στούς δύο τοίχους τό ἕνα ἀπέναντι τοῦ ἄλλου, καλύψασα αὐτά δι’ ὑφάσματος, τοποθετήσασα κάτωθεν αὐτῶν ἀπό ἕνα κηροπήγιον μέ μία λαμπάδα, τάς ὁποίας κάθε τόσον ἤναπτε καί ἀτενίζουσα τά τέκνα της συζητοῦσε μέ αὐτά.

Μία τῶν ἡμερῶν, ὁ Παπα-Μπασιᾶς ἐμβάς εἰς πλοιάριον ἀπό ἐκεῖνα πού τήν ἐποχήν ἐκείνη ἐκτελοῦσαν τό πέρασμα Ληξουρίου – Ἀργοστολίου ἐπῆγε εἰς Ἀργοστόλιον.

Ἐξελθῶν τοῦ πλοιαρίου μέ τήν ράβδο του, σιγά-σιγά ἐπήγαινε κατευθεῖαν εἰς τήν οἰκίαν τῆς κυρίας αὐτῆς. Φθάσας ἐκεῖ ἐκτύπησε τήν θύρα. Ἐβγῆκε εἰς τό παράθυρον ἡ κυρία, καί ἰδοῦσα τόν Παπᾶ-Μπασιά τόν ὁποῖο δέν ἐγνώριζε, ἐξεμάνη ὑβρίζουσα αὐτόν μέ τάς χυδαιοτέρας φράσεις.

Ὁ Παπᾶ-Μπασιᾶς, δίχως νά ταραχθῆ, ἤρεμα – ἤρεμα τήν παρακάλεσε διά τρίτη φοράν νά τοῦ ἀνοίξη, πού ἤθελε κάτι νά τῆς εἰπῆ. Αὐτή ἔτι περισσότερον συνέχισε νά τόν ὑβρίζη.

Τότε ὁ Παπᾶ-Μπασιᾶς εἶπε: « Ἤ μοῦ ἀνοίγεις, ἤ ἀνοίγω», καί μέ τήν ράβδο του ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ εἰς τήν πόρταν, ἥτις αὐτομάτως ἤνοιξε, καί ἤρχισεν ὁ Παπᾶ-Μπασιᾶς νά ἀνέρχεται τήν κλίμακα. Ἡ κυρία ἰδοῦσα αὐτό πού ἔγινε, ἔμεινεν ἄφωνος μή δυναμένη νά ἐκστομίσει οὔτε λέξιν.

Ὁ Παπᾶ-Μπασιᾶς προχώρησε κατ’ εὐθείαν εἰς τό σαλόνι (ἀσφαλῶς Θεία βουλήσει) εἰπών εἰς τήν κυρίαν νά τόν ἀκολουθήση. Ἤνοιξε τήν θύρα τοῦ σαλονιοῦ, καί λέγει εἰς τήν κυρία: κάθισε εἰς τήν γωνίαν καί θά ἰδῆς κάτι πού δέν τό ἐπερίμενες.

Σταθείς ἐπ’ ὀλίγον εἰς προσευχήν ὁ Παπᾶ Μπασιᾶς, βλέπει ἡ κυρία νά σηκώνονται τά δύο σκεπάσματα τῶν εἰκόνων τῶν παιδιῶν της, καί νά κατέρχωνται ζωντανά εἰς τό μέσον τοῦ δωματίου, νά ἐξάγουν ταυτοχρόνως δύο περίστροφα, ταυτοχρόνως νά πυροβολῆ ὁ ἕνας τόν ἄλλον, καί οἱ δύο ταυτοχρόνως νά πίπτουν νεκροί ἐπί τοῦ δαπέδου.

Κατόπιν τοῦ γεγονότος τούτου εὑρέθησαν τά πορτραῖτα ὡς πρότερον, σάν νά μήν εἶχε συμβῆ τίποτε. Ἡ κυρία ἄφωνος καί τρομαγμένη παρακολουθοῦσε τά διατρέξαντα, καί τότε ὁ Παπᾶ Μπασιᾶς τῆς λέγει:

«Κυρία μου ὁ Θεός διά νά σέ ἀγαπᾶ σέ ἐφύλαξε νά μήν ἰδῆς αὐτό πού εἶδες τώρα, καί ἐπῆρε μαζί Του τά δύο τέκνα σου διά φυσικοῦ θανάτου, διότι τά δύο σου τέκνα εἶχαν ἀγαπήσει μίαν καί τήν αὐτή γυναίκα, καί ἐπρόκειτο νά σκοτωθοῦν διά τοῦ τρόπου πού εἶδες δι’ αὐτήν.

Ὡς ἐκ τούτου νά μεταμεληθῆς, καί νά εὐχαριστῆς τόν Θεό, καί νά συνεχίσης τήν προτέρα σου χριστιανικήν δράσιν».

Πραγματικά αὐτή μεταμεληθεῖσα, ἐπεδόθη ψυχή καί σώματι εἰς τήν προτέραν της δράσιν καί εἰς μεγαλυτέραν κλίμακα.

ΠΗΓΗ: Βιβλίο «Ἅγιος Παναγῆς Μπασιᾶς», Ἀθῆναι, 1987

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΟΛΚΑΣ
Περιοδικόν Ἱ. Μ. Λέρου, Καλύμνου καί Ἀστυπαλαίας
Τεῦχος 29 – Ἰούνιος – Σεπτέμβριος 2013

Εἰκόνα: «Ὁ Εὐαγγελισμὸς» ἔργο τοῦ Henry Ossawa Tanner ἀπὸ: wikimedia.commons

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»