Ἀνάλυσις τοῦ Ἀποστόλου, B’ Kορ.6, 1 – 10 τῆς Κυριακῆς ΙΣΤ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ». (Σελ. 181 – 188) 

τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ.Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

«Ὡς μηδέν ἔχοντες καί πάντα κατέχοντες»(Β’ Κορ.6,10)

Ὁ ἈπόστολοςΠαῦλος, ἀγαπητοί μου ἀναγνῶσται, ἦταν πτωχός, πάμπτωχος. Ἔτσι ἦταν καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι. Οἱ κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου δέν εἶχαν δική τους περιουσία. Δέν εἶχαν δικό τους σπίτι. Δέν εἶχαν χρήματα. Κοινωνικῶς ἦταν ἀδύνατοι. Καί ὅμως αὐτοί οἱ ἀνίσχυροι καί ἄσημοι ἄνθρωποι κατώρθωσαν τό ἀκατόρθωτο· κατώρθωσαν νά ἑλκύσουν τόν κόσμο στή χριστιανική πίστι, στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Πῶς ἔγινε αὐτό; Εἶναι κάτι πού προκαλεῖ τό θαυμασμό.

Ὁ ἀπόστολος, ὅταν τόν κάλεσε ὁ Κύριος στό ἀποστολικό ἀξίωμα, ἀπεφάσισε νά τά θυσιάσῃ ὅλα. Ἀπογυμνώθηκε ἀπό κάθε περιουσία καί ἰδιοκτησία. Ἐν συνεχείᾳ ὅμως βλέπει κανείς νά εἶναι τά πάντα στή διάθεσί του. Εἶχε τέτοια ἐπάρκεια, ὥστε νά γράφῃ· «Ώς μηδέν ἔχοντες καί πάντα κατέχοντες» (Β’ Κορ. 6, 10). Πῶς ἔγινε αὐτό καί ποιά εἶναι ἡ ἐξήγησι τοῦ παραδόξου αὐτοῦ φαινομένου;

Θά προσπαθήσουμε νά δώσουμε μία σύντομη ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ χωρίου, τό ὁποῖο ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται πώς παρουσιάζει μιά ἀντίφασι. Δέν ἔχουμε, καί ὅμως ἔχουμε. Ἡ μία ὄψις εἶναι, δέν ἔχω τίποτε·ἡ ἄλλη ὄψις εἶναι, κατέχω τά πάντα. Πῶς μποροῦν νά συμβαίνουν καί δύο συγχρόνως;

Ὁ Παῦλος περιοδεύοντας γιά τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου περνοῦσε ἀπό διάφορα μέρη. Πήγαινε ὅπου ὁ Θεός τόν ὡδηγοῦσε καί κήρυττε ὅπου οἱ ψυχές τόν δέχονταν. Φεύγοντας ἀπό κάθε τόπο ἄφηνε διαφορετικές ἐντυπώσεις στούς ἀνθρώπους. Ἄλλοι, οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ, τόν μισοῦσαν. Στούς πιστούς ὅμως ἡ ἐπίσκεψι του ἄφηνε ἀλησμόνητη ἀγαλλίασι καί νοσταλγία νά τόν ξαναδοῦν. Καί ἦταν πράγματι ἀξιαγάπητος ὁ Παῦλος, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Σάν μαγνήτης εἵλκυε καί ἀποσποῦσε τήν ἐκτίμησι καί τό σεβασμό. Ἀπό τή στιγμή, πού κάποιο σπίτι ἄνοιγε τήν πόρτα του σ’ αὐτόν καί τόν ὑποδεχόταν, οἱ ἄνθρωποί του συνδέονταν πιά μαζί του. Ὅσοι τόν εἶχαν φιλοξενήσει μιά φορά, στό ἐξῇς τοῦ ἦταν γνώριμοι. Πολλοί μάλιστα, ὅπως π.χ. οἱ χριστιανοί τῆς Γαλατίας, συνδέονταν τόσο στενά μαζί του, ὥστε ὁ ἴδιος βεβαιώνει γι’ αὐτούς, ὅτι ἦταν ἕτοιμοι γιά χάρι του, ἄν χρειαζόταν, νά κάνουν μεγάλες θυσίες, καί τά μάτια τους ἀκόμη νά τοῦ προσφέρουν (βλ. Γαλ. 4, 15). Καί ἄν τά μάτια τους, τό πιό ἀκριβό τῆς σωματικῆς τους ὑπάρξεως, εἶχαν διάθεσι νά τοῦ δώσουν, φαντασθῆτε μέ πόση προθυμία ἦταν ἕτοιμοι νά διαθέσουν ὅτι ἄλλο ὑλικό εἶχαν, ὅτι ὁ ἱερός ἀγῶνας τῆς πίστεως ἀπαιτοῦσε. Βέβαια καί τότε ἡ Ἐκκλησία, ὅπως καί σήμερα, ἀποτελοῦνταν ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἀπό φτωχούς ἀνθρώπους. Ἐν τούτοις οἱ φτωχοί ἐκεῖνοι ἦταν διατεθειμένοι, χάριν τῆς πίστεως, νά προσφέρουν τά πάντα.

Ἀλλά καί ὅπου οἱ ἄνθρωποι δέν εἶχαν εὐνοϊκές διαθέσεις καί οἱ συνθῆκες ἦταν ἀντίξοες, κ’ ἐκεῖ ἀκόμη ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ὑπερπηδοῦσε τά ἐμπόδια. Ἄνοιγε κλειστές θύρες, παρεῖχε διευκολύνσεις, δημιουργοῦσε κλῖμα κατάλληλο γιά ν’ ἀκουσθῇ τό κήρυγμα. Κι ὅπου ὁ Παῦλος κήρυττε, ἐκεῖ καί τά κελλιά τῶν φυλακῶν πού τόν ἔκλειναν, καί τά πλοῖα πού τόν μετέφεραν, καί τά δικαστήρια πού τόν δίκαζαν, καί κάθε ἄλλος χῶρος μεταβαλλόταν σέ ἐκκλησία, ὅπως βλέπουμε στίς Πράξεις τῶν ἀποστόλων (βλ. 16, 22-32· 27, 21-26· 23, 1-6· 21, 40-22· 21 κ.λ.π.). Παρά τίς δυσκολίες, τελικῶς ὅλα τοῦ παραχωροῦνταν, ὅλα ἦταν στή διάθεσί του γιά τόν ἱερό σκοπό πού τοῦ ἀνέθεσε ὁ Κύριος.

Αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ὡς μηδέν ἔχοντες καί πάντα κατέχοντες» (έ.α,) δέν ἰσχύει μόνο γιά τόν ἴδιο. Ὅλοι οἱ ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ χριστιανοί, πού ζοῦσαν ὅπως αὐτός, ἔβλεπαν τό ρητό αὐτό νά πραγματοποιῆται στή ζωή τους. Ἔβλεπαν τό χέρι τοῦ Θεοῦ νά τούς ἐξασφαλίζῃ ὅλα τά ἀναγκαῖα. Ἄλλωστε στήν πρώτη ἐκείνη Ἐκκλησία ὅλοι ζοῦσαν μέ λιτότητα καί ἁπλότητα, κ’ ἔτσι εἶχαν αὐτάρκεια. Ὅσο γιά τίς ἀνάγκες τῶν φτωχῶν, πού ποτὲ δέν λείπουν οὔτε θά λείψουν ἀπό τήν ἀνθρώπινη κοινωνία, βλέπουμε τήν πρώτη Ἐκκλησία νά φροντίζῃ γι’ αὐτούς. Ὑπῆρχε ἡ λεγομένη «λογία» (Α’ Κορ. 16, 1-2). Κάθε Κυριακή, δηλαδή, στή σύναξι γιά τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, οἱ χριστιανοί ἔδιναν καθένας ἐλεύθερα ὅτι μποροῦσε, καί γινόταν ἔτσι ἕνας τακτικός ἔρανος γιά τούς πάσχοντας. Ἀκόμη εἶχαν τίς λεγόμενες ἀγάπες, κοινά δηλαδή δεῖπνα, ὅπου ὅλοι μαζί κάθονταν σέ κοινή τράπεζα καί συνέτρωγαν σάν ἀδέρφια. Θαυμαστός ἦταν ὅλος ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους. Θαυμαστός διότι, ἐνῶ δέν εἶχαν τίποτε δικό τους, ἐν τούτοις καί τίποτε δέν τούς ἔλειπε! Τότε, ὅσοι εἶχαν κάποιο πολύτιμο ἀντικείμενο ἤ ἀκίνητο, τό πουλοῦσαν κ’ ἔδιναν τό ἀντίτιμο στούς ἀποστόλους. Καί οἱ ἀπόστολοι μοίραζαν μέ δικαιοσύνη ἀπό τά χρήματα αὐτά στούς φτωχούς, ἀναλόγως μέ τίς ἀνάγκες τοῦ καθενός.

Ἔπειτα τό ἴδιο βλέπουμε νά γίνεται καί στήν ἐποχή τῶν μεγάλων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως π.χ. στήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ ἱερός αὐτός πατήρ μέ τόν ἴδιο τρόπο ἵδρυσε στήν ἐπισκοπή του ἕνα μεγάλο φιλανθρωπικό συγκρότημα, ὅπου κάθε δυστυχισμένος εὕρισκε στέγη καί τροφή. Ὠνομαζόταν Βασιλειάς. Καί τό παράδειγμα του μιμήθηκαν κι ἄλλες ἐκκλησίες. Ὅλα αὐτά ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης πού θυσιάζει τά πάντα γιά τό συνάνθρωπο. Ὅπως λέει ὁ ι. Χρυσόστομος, πού ἐγκωμιάζει τήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης, στήν ἀποστολική ἐποχή δέν ἔλεγε κανείς, «Αὐτό εἶναι δικό μου καί αὐτό εἶναι δικό σου», γιατί ὁ λόγος αὐτός ψυχραίνει τίς καρδιές, ἀλλ’ εἶχαν κοινά τά πάντα.

Ἃς ἐπιτραπῇ τέλος καί σ’ ἐμένα τό γέροντα ἐπίσκοπο, πού πλησιάζω τά ἐνενήντα καί πέρασα πολλές δοκιμασίες, νά πῶ, ὅτι εἶδα κ’ ἐγώ στή ζωή μου νά πραγματοποιῆται τό «ὡς μηδέν ἔχοντες καί πάντα κατέχοντες» (έ.ά). Κατά τήν ἀπαισία ἐποχή τῆς κατοχῆς (1941 – 45) ὑπηρετοῦσα στήν πρωτεύουσα τῆς Δ. Μακεδονίας, τήν Κοζάνη. Ἐκεῖ ἀντιμετωπίζαμε τό πρόβλημα τῆς ἐπιβιώσεως τοῦ λαοῦ, πού κυριολεκτικά πεινοῦσε λόγῳ τῆς λεηλασίας τῶν κατακτητῶν. Οἱ Γερμανοί τόσο μισοῦσαν τήν Ἑλλάδα, ὥστε ὄχι τρόφιμα δέν ἔδιναν, ἀλλά ἔλεγαν πώς, ἄν ὑπῆρχε μηχάνημα, καί τόν ἀέρα θ’ ἀφαιροῦσαν γιά νά πεθάνουν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀπό ἀσφυξία! Τότε ὡς ἱεροκῆρυξ ἀπηύθυνα πρός τόν εὐγενῆ λαό ἔκκλησι. Παρακάλεσα ὅλους νά προσφέρουν ὅτι μποροῦν, ἄλλος ἀπό τό περίσσευμα κι ἄλλος ἀπό τό ὑστέρημα, γιά τή διάσωσι τοῦ λαοῦ. Ἡ ἀνταπόκρισις ἦταν συγκινητική. Παρουσιάστηκε, μπορῶ νά πῶ, μιά ἔκρηξις ἀγάπης. Ὅλοι προσέφεραν. Ἔτσι ἱδρύθηκε ἡ Ἑστία συσσιτίων. Στήν ἀρχή ξεκινήσαμε σάν μικρό ρυάκι μέ 25 μερίδες συσσιτούντων. Ἐν συνεχείᾳ ὅμως τό ρυάκι αὐτό αὐξήθηκε τόσο πολύ, ὥστε ἔγινε ποταμός μεγάλος σάν τόν Ἁλιάκμονα. Φθάσαμε στόν ἀριθμό τῶν 8.000 μερίδων, γεγονός ἀπίστευτο, πού προκάλεσε τό θαυμασμό κι αὐτῶν τῶν κατακτητῶν. Στό ἔργο αὐτό προσέφεραν δωρεάν τίς ὑπηρεσίες τους 100 καί πλέον πρόσωπα, ἄνδρες, γυναῖκες καί νεάνιδες. Βέβαια κατά τή διάρκεια τῆς λειτουργίας τῆς Ἑστίας δέχθηκα διωγμό. Ἀλλά ὁ πιστός λαός συμπαραστάθηκε στόν διωκόμενο φτωχό ἱεροκήρυκα. Τά γεγονότα αὐτά ἐξιστορεῖ ὁ ἀγαπητός θεολόγος κ. Παναγιώτης Μύρου στό βιβλίο του «Ἡ ἀντίστασι τῆς ἀγάπης», πού κυκλοφορεῖ τώρα σέ ἐπηυξημένη ἔκδοσι.

Αὐτό, πού ἔγινε τότε στήν Κοζάνη, ἔγινε καί σ’ ἄλλες πόλεις. Ζηλωταί ἱεροκήρυκες ἵδρυσαν συσσίτια, καί μέ τή λειτουργία τους ἔβλεπε κανείς ν’ ἀναβιώνουν οἱ ἡμέρες τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ὁ ι. Χρυσόστομος εἶπε, ὅτι ὅπου πολεμεῖται ἡ ἰδιοτέλεια καί καλλιεργεῖται τό γνήσιο πνεῦμα τοῦ εὐαγγελίου, ἐκεῖ ὑπάρχει εὐτυχία.

Ἀγαπητοί μου,

Δύο ἀντίθετα συστήματα παρουσιάστηκαν στήν ἱστορία, πού προῆλθαν ἀπό τή διαφορετική διαχείρισι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Τό ἕνα εἶναι ὁ καπιταλισμός, πού ἔχει τήν ἔδρα του στή Δύσι, στήν Ἀμερική. Τό ἄλλο εἶναι ὁ κομμουνισμός ἤ ἠπιώτερα ὁ σοσιαλισμός, πού εἶχε τήν ἔδρα του στήν Ἀνατολή, στή Ρωσία. Ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ τους; Ἀτελῆ εἶναι καί τά δύο. Ἀλλ’ εἶναι ἀλήθεια ὅτι στήν Ἀμερική, πού εἶναι ὁ σιτοβολῶνας τοῦ κόσμου, μόλις πῇς «πεινῶ», πλῆθος χέρια θά τρέξουν νά σέ βοηθήσουν. Ἐνῶ σ’ ἕνα ἄθεο κομμουνιστικό κράτος, ἄν πῇς «πεινῶ», θά θεωρηθῇς ἐχθρός τοῦ συστήματος, θά χαρακτηρισθῆς παράφρων καί θά σέ κλείσουν στίς φυλακές. Δέν ἔχεις ἐκεῖ δικαίωμα νά πῇς «πεινῶ», ἀλλά πρέπει νά παρουσιάζεσαι εὐτυχισμένος. Τώρα βέβαια καί στά περισσότερα ἀνατολικά κράτη, μετά τήν πτῶσι τοῦ κομμουνιστικοῦ συστήματος, ἐπικρατοῦν καλύτερες συνθῆκες καί ἡ ἀθεΐα, ἡ πηγή τῆς δυστυχίας, ἀρχίζει νά ἐκλείπῃ.

Λέγοντας αὐτά δέν πολιτικολογοῦμε. Δέν θεωροῦμε ἰδανικό κανένα ἀνθρώπινο πολιτικό καί οἰκονομικό σύστημα. Ἡ ἀνθρωπότης κάποτε θά διδαχθῇ, ὅτι κανένα ἄλλο σύστημα εὐτυχισμένης διαβιώσεως δέν ὑπάρχει γι’ αὐτήν, παρά μόνο αὐτό πού προβάλλει τό Εὐαγγέλιο. Εἶναι τό σύστημα πού ἐπικρατοῦσε στήν πρώτη Ἐκκλησία. Αὐτό πού ἐφήρμοζε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτό πού ἔχει ἔμβλημα τό λόγο του· «ὡς μηδέν ἔχοντες καί πάντα κατέχοντες» (έ.ά.).

Ναί. Εἴθε νά ἐκλείψῃ ὄχι μόνο κάθε σύστημα βίας καί ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί κάθε σύστημα πού θεοποιεῖ τό χρῆμα καί τά ὑλικά ἀγαθά. Εἶναι ἀντιχριστιανικό, ὁ ἕνας νά τρώῃ μέ δέκα μασέλλες κι ἄλλος νά μήν ἔχῃ οὔτε μπουκιά ψωμί. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι μάθουν ὅλοι νά ζητοῦν μόνο τά ἀναγκαῖα λέγοντας τήν προσευχή «Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον» (Ματθ. 6, 11), κι ὅταν μάθουν νά ἐφαρμόζουν τό θεόπνευστο λόγο «Τό ὑμῶν περίσσευμα εἰς τό ἐκείνων ὑστέρημα» (Β’ Κορ. 8, 13), δηλαδή μέ τά περισσεύματά σας καλύψτε τά ὑστερήματα τῶν ἄλλων, τότε ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ θά ἔχῃ ἔλθει στή γῆ. 

Εἰκόνα ἀπὸ: sfnectariecoslada.ro

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»