You are currently browsing the category archive for the ‘Λογοτεχνία’ category.


(Φώτης Κόντογλου, Παναγία η χαρά των χριστιανών)

««τι γυρεύεις;» του λέω
«τη Θεοτόκο» μου λέει 
– στην ακατάληπτη γλώσσα εκείνων που δίνουν νόημα σε μια εποχή!»(τ.λειβ)

Τά ματόφρυδά της εἶναι καμαρωτά, ζωηρά καί μακρυά, φτάνοντας ἴσαμε κοντά στ’ αὐτιά της, τά μάτια της ἀμυγδαλωτά, ἰσκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μά γλυκύτατα, μέ τ’ ἀσπράδι καθαρό μά ἰσκιωμένο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ἄγγελος Τανάγρας

Αἱ πρῶται σκιαὶ τοῦ λυκόφωτος ἀπλώνουν τὸ πένθος των εἰς τὰ λευκὰ σπιτάκια τῆς Ὕδρας.

Ὁ ἥλιος, πελωρία αἱματόχρωμη σφαῖρα, ἐβυθίσθη εἰς τὴν ὁμίχλην τοῦ ὁρίζοντος καὶ αἱ τελευταῖαι μελαγχολίαι τῶν χρωμάτων ἐχάθησαν σιγὰ – σιγὰ ὑποχωροῦσαι εἰς τὴν ἥμερην γαλήνην τῆς σκιᾶς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Φώτης Κόντογλου

Τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα στὸν Μυστρᾶ, τύχαινε πολλὲς φορὲς νὰ βρεθῶ μοναχὸς μέσα στὴν Περίβλεπτο. Τ᾿ ἀπόγεμα ἡ ἐκκλησία σκοτείνιαζε κι ἀγρίευε. Ἀπὸ πάνου ἀπὸ τὴν σκαλωσιὰ ἄκουγα πατήματα.

«Κανένα φάντασμα θὰ περπατᾷ», συλλογιζόμουνα, καὶ γύριζα τὸ κεφάλι μου πάντα κατὰ τὸ μέρος ποὺ στεκόντανε ζωγραφισμένοι οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ πολεμάρχοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Φώτης Κόντογλου

Στ᾿ Ἅγιον Ὄρος πῆγα πολλὲς φορές. Τὴν πρώτη φορὰ κάθησα παραπάνω ἀπὸ δυὸ μῆνες κ᾿ ἔκανα γνωριμία μὲ πολλοὺς πατέρες καὶ λαϊκούς, γιατὶ ὑπάρχουνε ἐκεῖ πέρα καὶ ἀγωγιάτες ἀρβανῖτες, παραγυιοὶ καὶ γεμιτζῆδες ποὺ φορτώνουνε κερεστὲ (ξυλεία) στὰ καράβια.

Στὴ Δάφνη, ποὺ εἶναι ἡ σκάλα ποὺ πιάνουνε τὰ βαπόρια, βρισκόντανε καὶ κάτι ψαράδες κοσμικοί, κ᾿ ἐκεῖ γνωρίσθηκα μὲ τρεῖς Ἀϊβαλιῶτες καὶ περάσαμε πολὺ ἔμορφα. Ἀπὸ κεῖ πῆγα στὶς Καρυές, μὰ δὲν κάθησα πολύ, γιατὶ γύρευα θάλασσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

Τί ἤτανε, ἀληθινά, ἐκεῖνο τὸ Βυζάντιο, ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολη; Παραμυθένιος κόσμος! Ὄχι μοναχὰ ἡ ἀρχαία πολιτεία, μὰ κι ἡ καινούρια, ὣς τοῦ σουλτάν-Χαμὶτ τὰ χρόνια.

Εἶχα γνωρίσει ἕναν χριστιανὸ Ἀνατολίτη κοσμογυρισμένον, ποὺ ἔζησε πολλὰ χρόνια στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερική, στὴ Λόντρα, στὸ Παρίσι, στὴ Ρώμη, στὴ Νέα Ὑόρκη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Κωνσταντίνος Θεοτόκης

(O πατέρας ασκεί την πατροπαράδοτη τέχνη του αγιογράφου, όμως ο γιος του τον πικραίνει, καθώς δείχνει απρόθυμος να συνεχίσει την ίδια τέχνη και προτιμά την ελευθερία της αγροτικής ζωής.

Το φλέγον ζήτημα για τον πατέρα είναι να συνεχίσει ο γιος την οικογενειακή παράδοση και γι’ αυτό αρνείται να δεχτεί ότι το καλλιτεχνικό ταλέντο ούτε κληρονομείται ούτε διδάσκεται. Το ημιτελές αυτό διήγημα αποτελεί προσχέδιο του ολοκληρωμένου διηγήματος «Oι δυο αγάπες», που δημοσίευσε ο Κ. Θεοτόκης το 1910).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης φωτογραφημένος ἀπὸ τὸν Γεώργιο Χατζόπουλο, τὸ 1908

Τοῦ Ἀθανάσιου Γιαλούρη

– Γιὰ ποῦ τόσο βιαστικὸς κύρ-Ἀλέξανδρε;

Προχωρεῖ μὲ βῆμα γοργό, σκυφτός, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα μπροστά. Τὰ γένια του ἁπλώνονται ἄταχτα, τὸ ντύσιμό του εἶναι ἁπλό, μᾶλλον φτωχικό, οἱ ἄκρες τῶν μανικιῶν του ξεφτισμένες.

Εἶναι τέτοια ἡ ἀντίθεση μὲ τὸν καλοντυμένο κύριο ποὺ τοῦ ἀπευθύνει τὸ λόγο ὥστε θὰ μποροῦσε κανείς, ἂν δὲν τὸν ἤξερε, νὰ τὸν περάσει γιὰ ὑπηρέτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Φώτη Αικατερίνη

Σκυφτός, απ’ τα χρόνια και τις μετάνοιες.

Έμαθε από νωρίς να γονατίζει, για να στέκεται όρθια η ψυχή του.

Τυλιγμένος -σαν σκεύος ιερό στο μαύρο ράσο της υπόσχεσής του.

Λευκασμένος όχι από γηρατειά, μα από Σοφία που ευλαβικά σύναξε στο λαγήνι του.

Θυμάται τον απαράκλητο τόπο που του χάρισε ο Θεός ως αγρόν διακονίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

“Η πόρτα στο καλύβι της κυρά-Γιάνναινας ήτανε χαμηλή, είχε και μια τρύπα, για παράθυρο. Αποπάνω το καλύβι ήτανε σκεπασμένο με κλαριά, με χορτάρια και με τενεκέδες.

Μέσα μοναχά που κοιμόντανε. Όλα τ’ άλλα τα κάνανε απ’ έξω. Ζούσανε στον ανοιχτό αγέρα.

Η χήρα κυρά-Γιάνναινα ήτανε πάντα χαμογελαστή. Δεν την είδα ποτέ κατσουφιασμένη. Ήσυχη, λιγομίλητη, απροσποίητη, είχε μιαν ιεροπρέπεια που μου έκανε βαθιά εντύπωση, σαν να είχα μπροστά μου κάποιο εγιασμένο πρόσωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Διήγημα της Γαλάτειας Γρηγοριάδου -Σουρέλη 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στη Γη ένα παιδί. Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στον ουρανό ένα αγγελάκι. Το παιδί δεν γνώριζε τον άγγελο. Ούτε ο άγγελος ήξερε τίποτε για το παιδί.

Το παιδί ζούσε έξω από τη Βηθλεέμ σε ένα χάνι. Ο άγγελος ζούσε το πρωί σε μια ηλιαχτίδα, το βράδυ σε μια ασημένια κλωστή του φεγγαριού. Ο άγγελος ήταν καλός. Καλός σαν άγγελος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Kατηγορίες

Για να ενημερώνεστε για τα νέα άρθρα, γράψτε εδώ το e-mail σας.

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ

Υπέρ της ζωής

ΣΥΝΤΑΓΕΣ 1899

ΟΔΗΓΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΙΝΗΣ 1930

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛ.ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

Για πάντα φίλοι