Κείμενο Γιάννης Μπεκάκος

Ήταν.. το θέρισμα.. το αλώνισμα…
Η διαδικασία του ζυμώματος…
Το άναμμα του φουρνόξυλου…
Οι μυρουδιές…
Οι θύμιζες μιας Μανιάτισσας…
Το αλεύρι δεν ήταν αγοραστό αλλά η κάθε οικογένεια είχε σπείρει, θερίσει (Ιούνης ο Θερισμός), αλωνίσει, καθαρίσει το σιτάρι! Για να το κάνει αλεύρι.

Ο άνδρας του σπιτιού πήγαινε το σιτάρι, φορτωμένο στο μουλάρι η στο γαϊδούρι σε σακιά στο μύλο (τότε του Δραγκουλόγκωνα στη Μίνα) να το το αλέσει. Αυτή ή δουλειά ήταν κοπιαστική!! Και αυτή η δουλειά ήταν μόνο για το ψωμί…

Όλα τα παλιά σπίτια στη Μάνη είχαν τον φούρνο τους και το μύλο τους (δύο μικρές στρογγυλές μυλόπετρες που βάζανε ανάμεσα γέννημα ή στάρι ακόμα πιο παλιά για να τα αλέσουνε να βγει το αλεύρι).

Σπίτι χωρίς φούρνο σπάνια δεν υπήρχε κι αυτό γιατί ψωμί έτοιμο δεν πουλιόταν τότε. Αν κάποια οικογένεια τύχαινε να μην έχει, τότε ζύμωνε λίγα ψωμιά και τα φούρνιζε στον γείτονα.

Φούρναρης της οικογένειας ήταν η ίδια η μάνα και σε πολλές περιπτώσεις τα θηλυκά( κόρες) τής οικογένειας που από μικρές έμπαιναν σε αυτή τη «Δοκιμασία» .

Οι νοικοκυρές συνήθως χρησιμοποιούσαν μεγάλη ξύλινη σκάφη, γιατί ζύμωναν πολλά καρβέλια, κοσκίνιζαν το αλεύρι στη σκάφη (30 οκάδες για δέκα μεγάλα καρβέλια) (από την προηγούμενη μέρα είχαν φκιάξει το προζύμι ώστε να γίνει) έκαναν μία «γούβα» στη μέση της σκάφης με το αλεύρι, έριχναν το προζύμι και ζύμωναν τα ψωμιά με χλιαρό νερό.

Μ’ αυτά θα πέρναγαν πολλές μέρες, γιατί το ζύμωμα και το άναμμα του φούρνου ήταν μια πολύ κουραστική δουλειά. Όταν μάλιστα ήταν και εποχή μαζέματος των ελιών φουρνίζανε τη νύχτα.

Μόλις τελείωνε το ζύμωμα, έπλαθε τα ψωμιά, τα έβαζε πάνω σε Τραπέζι ή σε ένα κρεβάτι και τα σκέπαζε για να «γίνουν» φουσκώνανε με τη ζεστασιά, οπότε και θα ήταν έτοιμα για το φούρνισμα.

Το κάψιμο του φούρνου

Μετά άναβε το φούρνο. Έριχνε στη συνέχεια κλαριά-ξύλα για να κάψει καλά, οπότε και θα ήταν έτοιμος για το ψήσιμο.

Τα κλαριά τα έσπρωχνε με τη σιδηρομαγκούρα και τα άπλωνε σε όλα τα μέρη του φούρνου για να είναι ομοιόμορφο στο κάψιμο.

Όταν ο φούρνος ήταν έτοιμος, τότε τραβούσε προς τα έξω πάλι με τη σιδηρομαγκούρα όλα τα κάρβουνα και τα μάζευε προς το εξωτερικό της πόρτας του φούρνου.

Μετά με την «ρούτα» (ένα κοντάρι, πάνω στο οποίο είχε δεμένο ένα βρεγμένο χοντρό πανί) σκούπιζε καλά το δάπεδο του φούρνου, για να είναι καθαρό.

Φούρνισμα ψωμιού

Τότε ερχόταν η σειρά του ξύλινου μεγάλου φτυαριού. Έβαζε πάνω στο φτυάρι το κάθε καρβέλι, το τρυπούσε σε τέσσερα σημεία μ’ ένα μαχαίρι και το φούρνιζε. Υπήρχε πάντα κοντά η σιδερένια μακριά μαγκούρα και η «Ρούτα» για να μαζέψει τη θράκα κ να καθαριστεί το εσωτερικό του φούρνου.

Πολλές Μανιάτισσες φκιάχνανε – ψήνανε Λαγάνες και Παξιμάδια. Την επόμενη μέρα κάποιες από αυτές μικρές η μεγαλύτερες ξεκινούσαν με τα πόδια να πάνε στην Αρεόπολη καρβέλια ψωμί για τα αδέρφια τους που σπουδάζανε στο Γυμνάσιο και το υπόλοιπο εμενε για την οικογένεια.

Πάνω κάτω έτσι γινόταν η Προετοιμασία και το φούρνισμα του ψωμιού στη Μάνη μας και στα χωριά της εκείνα τα χρόνια, ένα ψωμί υγιεινότατο, χωρίς προσθήκες και φουσκωτικά… που έτρωγε όλη οικογένεια και κρατούσε για μέρες.

Πηγή: Γαρδενίτσα της Μάνης

το «σπιτάκι της Μέλιας»