του πατρός Δημητρίου Μπόκου

Η βαριά καταδίκη, πέλεκυς βαρύς, έπεσε στους ώμους του ανελέητα. Ισόβιος καταναγκασμός στα κάτεργα. Το έγκλημά του; Η απαγορευμένη αγάπη.

Πώς τόλμησε να πιστέψει, ασήμαντος ανθρωπάκος αυτός, πως είχε το δικαίωμα να ρίξει το βλέμμα του ψηλά; Να σηκώσει τα μάτια του πάνω στην πριγκίπισσα; Ανεπίτρεπτα πράγματα. Ασυγχώρητα.

Και η πριγκίπισσα; Ο βασιλιάς πατέρας της τα φρόντισε όλα. Της βρήκε τον κατάλληλο σύντροφο. Ονομαστό πρίγκιπα, γαλαζοαίματο. Άξιο για τη διαδοχή στον θρόνο. Όπως αρμόζει στη βασιλική τους τάξη. Δεν χωράνε εδώ παρασπονδίες από τα θέσμια. Όμως…

Η πριγκίπισσα δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Και όταν την είπε, έγινε σεισμός. Αρνήθηκε να συνταχθεί με το σχέδιο του πατέρα της. «Αγαπώ αυτόν τον ασήμαντο για σας, μα απόλυτα σημαντικό για μένα θνητό», είπε. «Ή θα πάρω αυτόν, ή κανένα».

Ο πατέρας της έγινε θεριό. «Αν γίνει κάτι τέτοιο, δεν έχεις θέση κοντά μου. Θα χάσεις τα πάντα, δεν θα ’σαι πλέον η κόρη μου. Θα έχεις την ίδια τύχη μ’ αυτόν». Και η πριγκίπισσα προτίμησε το αδιανόητο. Εγκατέλειψε τα πάντα για χάρη του αγαπημένου της. Απαρνήθηκε τη ζωή στα παλάτια για να βρεθεί δίπλα του, ισόβια καταδικασμένη κι αυτή στην ίδια ζωή, στην ίδια ποινή, στην ίδια κόλαση.

Οι δυο βαρυποινίτες έζησαν φριχτή ζωή. Με το μαστίγιο στην πλάτη τους. Με σκληρή δουλειά σε παγωνιά και καύσωνα, αφόρητη κακουχία, άθλια διατροφή, πρωτόγονη διαμονή, αρρώστιες αμέτρητες, ανείπωτο κόπο. Το τίμημα που πλήρωναν για να ’ναι μαζί, βαρύτατο. Μα όλα αυτά έσβηναν, όταν αντάμωναν τα βλέμματά τους και τα χέρια τους έσμιγαν. Όλα γι’ αυτούς ήταν όμορφα, μια και οι καρδιές τους έλειωναν από αγάπη. Κι αν τους ρώταγες, θα σου μιλούσαν για την απόλυτη χαρά και ευτυχία τους. Ο ένας ήταν για τον άλλον παράδεισος.

Ε, τότε και ο Θεός που τους έβλεπε από ψηλά, σκέφτηκε: «Απαρνήθηκαν την εύκολη, την ευχάριστη ζωή, τον κόσμο ολόκληρο, για να ’ναι μαζί. Πώς να τους στερήσω μια τέτοια ευτυχία;» Έτσι δεν επέτρεψε να χάσουν ο ένας τον άλλο ποτέ. Κι όταν ήρθε η ώρα να ταξιδέψουν από τον κόσμο τούτο για τον άλλο, τους πήρε και τους δυο ταυτόχρονα, σε μια στιγμή. Να μη νιώσει καμμιά καρδιά την πίκρα του χωρισμού. Να συνεχίσουν αιώνια να χαίρονται μαζί.

Κάπως έτσι μπορούμε να καταλάβουμε τα αινιγματικά λόγια του Χριστού: Όποιος θέλει να ζήσει τη ζωή του, θα τη χάσει. Όποιος όμως τη χάσει για χάρη μου, αυτός θα τη ζήσει πραγματικά (Κυριακή μετά την Ύψωσιν). Με την όντως παράξενη αυτή ρήση του ο Χριστός αναφέρεται σε μια σχέση ερωτική. Όντας ερωτευμένος αθεράπευτα μαζί μας, περιμένει να τον αγαπήσουμε το ίδιο κι εμείς. Αξίζει γι’ αυτό, λέει ο Χριστός, να χάνεις όλα τα υπόλοιπα. Και το ονομάζει αυτό πραγματική ζωή. Όταν οι ερωτευμένοι είναι μαζί.

Μόνο αυτοί, ό,τι κι αν περνούν, βλέπουν τον κόσμο πάντα όμορφο. Είναι Νυμφίος ο Χριστός και θέλει για νύμφη την ψυχή μας. Ν’ απαρνηθούμε τον εαυτό μας για χάρη του, μα και για τον κάθε άλλο.Και δεν μιλάει για μια καλή ζωή μετά θάνατον. Όποιος θέλει να είναι μαζί του, ζει από εδώ τον παράδεισο. Όποιος κάνει όμως απλώς τη ζωούλα του, θα ζήσει από εδώ και τώρα μια ζωή-κόλαση.

Ας μη γελιόμαστε. Εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος. Συνεχίζουν φυσικά και μετά…

Καλή εβδομάδα!

«Αντιύλη». Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα

Εικόνα: «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» έργο του Frank Bernard Dicksee από: Pre Raphaelite Art

Κείμενα του π.Δημητρίου Μπόκου ΕΔΩ

το «σπιτάκι της Μέλιας»