Παλιά η μάνα, η μάνα αγρότισσα, όταν πήγαινε στο χωράφι, έπαιρνε και τα παιδιά της μαζί γιατί δεν είχε που να τ’ αφήσει! Τα “φόρτωνε” στο γάιδαρο και ξεκινούσε!

Έπαιρνε ακόμα και το μωρό της -το στερνό!
Τότε οι γιαγιάδες, μάνες και πεθερές, ήταν κι αυτές νέες και είχανε δικές τους δουλειές στα χωράφια και δεν μπορούσαν να τα κοιτάξουν !

Μόλις έφτανε, έβαζε το σαμάρι του γαϊδάρου ανάποδα με μια κουβερτούλα και το μωρό της μέσα, κάτι σαν πορτ-μπεμπέ και άρχιζε την δουλειά!

Σαν άκουγε το μωρό να κλαίει, το άρπαζε και το θήλαζε! Και ξαναγύριζε στη δουλειά!

Σαν έπεφτε ο ήλιος φόρτωνε τα παιδιά στο γαϊδούρι και ξεκίναγε για το χωριό!

Να προφτάσει στο σπίτι να μαγειρέψει, να ταΐσει τα ζώα, να ανάψει το τζάκι, να πλύνει τα ρούχα και τα σκεύη, να τα στεγνώσει δίπλα στη φωτιά και όταν πια κοιμηθούν όλοι να τα σιδερώσει με το σίδερο το παλιό αυτό με τα κάρβουνα.

Στερούνταν ακόμα και τον ύπνο!

Αυτή ήταν η μάνα! Η αγρότισσα μάνα ! Γυναίκα δυνατή, ακάματη ,αλύγιστη, μα πάντα χαμογελαστή ! Γυναίκα ευλογημένη!

Και φτάσανε τα γεράματα!

Ρυτιδασμένο πρόσωπο σαν τις χαρακιές του χωραφιού, χέρια κουρασμένα και ροζιασμένα, πόδια βαριά, σπασμένη μέση, φαγωμένα γόνατα…..

Μα!…..πάνω απ’ όλα με ατσάλινη ψυχή!!!!

Πηγή: Xiromero Press

το «σπιτάκι της Μέλιας»