Ἐμμανουὴλ Η. Κουτσιαύτης Σχ. Σύμβουλος Φιλολόγων

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς γεννήθηκε τὸ 1714 στὸ Μεγαδένδρο τῆς ὀρεινῆς Τριχωνίδας τῆς Αἰτωλίας, τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπ’ ὅπου πῆρε καὶ τὸ ἐπώνυμο Αἰτωλός. Οἱ γονεῖς του ἦσαν Ἠπειρῶτες.

Κατέφυγαν στὴν Αἰτωλία γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὶς διώξεις τῶν Τούρκων. Τὸ Μεγαδένδρο ἀπέχει τρία χιλιόμετρα μόλις ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς Αἰτωλικῆς Συμπολιτείας, ποὺ εἶχε σκοπὸ τὴ συνένωση τῶν Ἑλλήνων.

Γι’ αὐτὴ τὴ συνένωση, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν πρόοδο τῶν Ἑλλήνων ἐργάστηκε ἀργότερα καὶ ἔχυσε ἀκόμα καὶ τὸ αἷμά του ὁ Κοσμᾶς.

Ὁ πατέρας του, ἀγνώστων στοιχείων, καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Γραμμένο τῶν Ἰωαννίνων καὶ ἡ μητέρα του ἀπὸ τὴν Ἀετόπετρα Τριχωνίδος. Ἦσαν «εὐσεβεῖς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί», ὅπως μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἴδιος στὶς διδαχές του.

Μικρόσωμος ὁ Κώνστας (αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα) μεγάλωσε στὸ φτωχικό, ἁπλὸ καὶ ἀπέριττο σπίτι του στὸ Μεγαδένδρο τῆς περιοχῆς Ἀποκούρου ἀσκώντας μὲ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς του τὴν τέχνη τῆς ὑφαντικῆς , διότι «ἡ γενεὰ αὐτοῦ ἦταν Ἀνυφαντάδες. Μᾶς τὸ εἶπε μὲ τὸ ἴδιο του τὸ στόμα», σημείωσε κάποιος σύγχρονός του.

Ὁ Πατροκοσμᾶς, ὅπως ἀκόμα καὶ σήμερα ἀποκαλεῖται στὴν πατρίδα του (καὶ πατρίδα μου), δὲν ἔμεινε ἱκανοποιημένος μὲ τὰ ὅσα μέχρι τότε εἶχε μάθει. Ἡ πυρακτωμένη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὰ γράμματα ψυχή του βρῆκε διέξοδο στή νεοϊδρυθεῖσα (τὸ 1749) Ἀθωνιάδα Σχολή-Ἀκαδημία στό Ἅγιο Ὄρος.

Ἡ Ἀθωνιάδα ἔμελλε νὰ λάβει φήμη πανελλήνια καὶ ὄχι ἄδικα. Πλεῖστοι διδάσκαλοι καὶ μαθητές της ἔχουν διακριθεῖ γιὰ τὴν πολύτιμη προσφορά τους στὸ Γένος.

Σὲ εἰδυλλιακὴ τοποθεσία λίγο ἔξω ἀπὸ τὴ Μονή Βατοπεδίου στεγάστηκε ἡ πρῶτον ἱδρυθεῖσα Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία «ἐν εὐρυχώρῳ οἰκοδομήματι, κειμένῳ ἔξω τῆς Μονῆς Βατοπεδίου, εἰς ἡμίωρον ἀπόστασιν, μετὰ ναΐσκου τοῦ Προφήτου Ἠλιού, περὶ ὃν ἦσαν ᾠκοδημημένα τὰ δωμάτια, ἐνῶ τοῦ Εὐγενίου (Βουλγάρεως) ἔκειτο ὕπερθεν τῆς εἰσόδου, ὡς αὐτὸς ὁ γράφων εἶδε, μακαρίσας καὶ τῶν φιλοκάλων Βατοπεδίου καὶ τῶν λοιπῶν οὐχ ἧττον φιλογενῶν μοναχῶν τοῦ ἁγιωνύμου Ἄθω τὴν πρὸς τὰ γράμματα ἀγάπην».

Σ’ αὐτὸ τὸ ἐπιβλητικὸ περιβάλλον, ὥριμος στὴν ἡλικία (35 ἕως 40 ἐτῶν) παρακολούθησε μαθήματα ἀπὸ σοφοὺς καὶ φημισμένους δασκάλους ὁ Ἀποκουρίτης Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Διδάσκαλοί του ἦσαν ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις, ὁ εὐκλεὴς γόνος τῆς Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ἀποδέχθηκε τὴν πρόσκληση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου νὰ διδάξει στὴ Σχολή.

Ἄλλος δάσκαλός του στὴν Ἀθωνιάδα ἦταν ὁ Παναγιώτης Παλαμᾶς «φημιζόμενος ἐπὶ τῇ γραμματικῇ αὐτοῦ δεινότητι, καὶ τῇ ἑλληνικῇ φιλολογίᾳ». Ὁ ἐκ Μετσόβου Νικόλαος Ζαρζούλης ἤ Ζουρζούλης.

Στό Ἅγιο Ὄρος, στὸ περιβόλι τῆς Παναγίας ἤ στὴν «πολιτεία τῶν Ἀκοιμήτων», ὅπως λέγεται, ὁ Κοσμᾶς ἔμεινε χρόνους δεκαεφτά.

Ἐκεῖ στὸ Ἅγιο Ὄρος, «τὸ κράτος τοῦτο τοῦ Θεοῦ», «στὸν Ἄθω (ποὺ εἶναι) σὰν νὰ συνεχίζεται ἀδιάκοπη ἡ ζωὴ τῆς Ῥωμανίας πρὶν νὰ τὴν πάρουνε οἱ Ἀγαρηνοί», ὁ ἀπόστολος τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας σφυρηλάτησε τὸν ἀποφασιστικό του χαρακτῆρα γιὰ εὐαγγελισμὸ τῶν ἀδελφῶν ποὺ τούρκευαν ὁμαδικά.

Καλὲς ἦταν οἱ προσευχές, οἱ γονυκλισίες, οἱ ἀγρυπνίες, ἡ μοναχικὴ ἄσκηση. Ἦταν ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος, ὅπως φαίνεται καὶ στὶς διδαχὲς του, καλόγηρος αὐστηρὸς μὲ τὸν ἑαυτό του.

Τὴ στιγμή ὅμως ποὺ χαροπάλευε ἡ Ἑλλάδα ἔνιωθε πὼς ἄλλος ἦταν ὁ προορισμὸς καὶ ἡ ἀποστολή του, ἔστω κι ἂν διαφωνοῦσε μὲ ἄλλους συμμαθητές του στὸ κοινόβιο τῆς μετανοίας του, στὴν ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου. Οἱ ἐρευνητὲς σημειώνουν ὅτι «πουθενὰ δὲν διαφαίνεται ὅτι ὁ Κοσμᾶς ἄφησε τὴ ζωή στὸ μοναστῆρι ἀπὸ ἀνία».

Στὴν Α΄Διδαχή του σημειώνει χαρακτηριστικά: «…ἄφησα τὴν ἰδικήν μου προκοπήν, τὸ ἰδικόν μου καλόν, καὶ ἐβγῆκα νὰ περιπατῶ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον καὶ διδάσκω τοὺς ἀδελφούς μου». Εἶχε πλήρη συνείδηση τῶν καθηκόντων του ὡς μοναχοῦ ὁ ἅγιος, ἀλλὰ προτιμοῦσε γιά χάρη τῶν ἄλλων νά χαθεῖ ὁ ἴδιος.

Μᾶς τὸ βεβαιώνει στὴ Ζ΄ Διδαχή του: «…Ἐπειδὴ τὸ γένος μας ἔπεσε εἰς ἀμάθειαν εἶπα: Ἂς χάσει ὁ Χριστὸς ἐμένα, ἕνα πρόβατον, καὶ ἂς κερδίσει τὰ ἄλλα.Ἴσως ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐχή σας σώσει καὶ ἐμένα».

Ἄκρως πνευματική, καθαρὰ εὐαγγελικὴ προσωπικότητα μὲ μεταφυσικὲς καὶ ἱεραποστολικὲς ἀνησυχίες ὁ Κοσμᾶς δὲν μποροῦσε νά παραμείνει ἄλλο στὴν ἀσφαλῆ τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀτμόσφαιρα, ὅταν ἔξω ἀπ’ αὐτὸ λυσσομανοῦσε κατὰ τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἡ θύελλα τοῦ μωαμεθανισμοῦ. Τὰ πράγματα ἦταν ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνα γιὰ τὸν ἑλληνισμὸ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Ἀλβανίας.

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωση τοῦ Σουλτάνου Μουσταφᾶ Δ΄, ποὺ σκέφθηκε να πραγματοποιήσει βίαιο ἐκπατρισμὸ τῶν Ἑλλήνων στὰ βάθη τῆς Ἀσίας, στὴ Βαβυλῶνα καὶ στὸν τόπο τους νὰ ἐγκαταστήσει ἄγριες φυλές, Ἀβασγούς, Κιρκάσιους καὶ Κούρδους.

Εὐτυχῶς ποὺ ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς παρουσιάστηκε σὲ μία κρίσιμη στιγμὴ γιὰ τὸν ἑλληνισμὸ καὶ «κατώρθωσε νὰ κατευθύνει τὰ συγκεχυμένα ῥεύματα τῆς ἐποχῆς του καὶ νὰ παρουσιάσει ὅσο κανεὶς ἄλλος ἐθναπόστολος ἤ ἐθνομάρτυρας τὴ νεοελληνικὴ Ἀναγέννηση .

Πορεία πρὸς τοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες «Ὁπλισμένος μὲ παιδεία, ὅπως ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος, μὲ θάρρος καὶ ἀποφασιστικότητα, ἀναχώρησε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος πρὸς σωτηρία τῶν ἀδελφῶν Ἑλλήνων ποὺ κινδύνευαν τὸν ἔσχατο κίνδυνο. Γιὰ τὴ δική του σωτηρία; Δὲν τὸν ἔνοιαζε. Τὸν ἐνδιέφερε ἕνα καὶ μόνο, ἡ σωτηρία τῶν Χριστιανῶν.

Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε αὐτὸ νὰ γίνει; Μόνον, ὅταν οἱ Χριστιανοὶ ἐγνώριζαν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο μπορεῖ «νὰ μεταβάλλει τὸν ἐγκληματίαν εἰς δίκαιον, τὸν λῃστὴν εἰς ἅγιον, τὸν ἔσχατον ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἰς πρῶτον».

Σ’ αὐτὸ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἔταξε τὸν ἑαυτὸ του ὁ Κοσμᾶς πειθαρχώντας στὴν παραγγελία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄ Κορ. ι΄, 24). Μὲ τὴν ἐσωτερικὴ αὐτὴ κλίση ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ τὴν ἐξωτερικὴ ποὺ ἔπαιρνε ἀπὸ τοὺς ὁμαδικοὺς ἐξισλαμισμοὺς τῶν ραγιάδων ἀποφάσισε τὴν ἔξοδο καὶ τὴ μεγάλη πορεία γιὰ νὰ συναντήσει τὸν ἑλ λη νισμὸ καὶ νὰ τὸν ἀφυπνίσει.

Μία πορεία, μὲ κινδύνους, στερήσεις καὶ δεινοπαθήματα, ποὺ ἀντιμετώπισε μὲ γενναιότητα θαυμαστὴ καὶ ἀπίστευτη ἀποτελεσματικότητα. Ἀναχώρησε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ σκοπὸ τὸν εὐαγγελισμὸ τῶν πολλῶν μὲ πίστη ἀκράδαντη στὸ Θεό, μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον.

Πρῶτος σταθμὸς καὶ ἀφετηρία στὴ μεγάλη ἱεραποστολική του πορεία τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Ἡ Κωνσταντινούπολη. Ἡ πρωτεύουσα.
Ἔπρεπε νὰ πάρει τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη.

Ἔφυγε ἀπὸ τὴν προστατευτικὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Ἄθω ὁ Πατροκοσμᾶς, κυνηγὸς τοῦ ἄπιαστου ὀνείρου τῆς λευτεριᾶς τοῦ ἔθνους. Ὁ δυνάστης, ὡς ἄλλος γυπαετὸς κατέτρωγε τὰ σπλάχνα τοῦ λαοῦ μὲ τὰ κοφτερὰ νύχια του, ξέσχιζε τίς σάρκες του καὶ καταβρόχθιζε τὴν ἰκμάδα τῶν σκλαβωμένων.

Σ’ αὐτὴ τὴν ἀποστολικὴ πορεία του δὲν ξεχνοῦσε τὰ λόγια τοῦ σοφοῦ δασκάλου του Εὐγενίου Βούλγαρη: «Ἡ λευτεριὰ τῆς πατρίδας μας εἶναι δουλειὰ δική μας, ὁλότελα δική μας. Μοναχοί μας ὅ,τι κάνουμε. Ἔτσι πρέπει ν’ ἀρχίσουμε σιγὰ – σιγὰ γιὰ νά μὴ μπασταρδέψει ἡ φυλή μας. Πρῶτα μὲ τὴ διαφώτιση.

Αὐτὴ θὰ χαράξει τὸ δρόμο στούς σκλάβους. Ἡ διαφώτιση θὰ τοὺς πεῖ τί θὰ κάνουν καὶ πῶς θὰ τὸ κάνουν. Καθένας σας κι ἕνας ἀπόστολος, κι ἀπὸ μία φωτιά… Δύσκολη δουλειά βέβαια, πολὺ δύσκολη, μὰ τὸ δίκαιο εἶναι μὲ τὸ μέρος μας. Κι ὅπου εἶναι τὸ δίκαιο, εἶναι καὶ ὁ Θεός».

Ὁ Κοσμᾶς ἀφιέρωσε μία εἰκοσαετία περίπου στὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν ἐμψύχωση τῶν σκλαβωμένων. Στὸ τέλος πρόσφερε καὶ τὴ ζωή του ἀποδεικνύοντας στὴν πράξη τὴν ἀγάπη του γιὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους τῆς ὑπαίθρου, τῆς καθημερινῆς ζωῆς.

Περιόδευσε Θρᾴκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Ἤπειρο, Στερεὰ Ἑλλάδα, Πελοπόννησο καὶ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου καὶ τοῦ Ἰονίου Πελάγους.

Σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἐπισκέφτηκε κηρύττοντας μερικὲς περιοχὲς γιὰ δύο καὶ τρεῖς φορές. Στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντός του ἦταν ἡ Δυτικὴ Μακεδονία καὶ ἡ Ἤπειρος λόγῳ τῶν ὁμαδικῶν ἐξισλαμισμῶν.

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς στὴ Δυτική Μακεδονία Ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, μὲ πολιτικότητα ἔβλεπε τὴν κατάσταση στὸ ἐπίμαχο ἐθνολογικῶς τρίγωνο Μοναστηρίου-Ἀχρίδας-Καστοριᾶς, ὅπου μὲ θέρμη ζήτησε νὰ δραιώσει τὸν ἐθνισμὸ καὶ νὰ ὑψώσει τὰ γεωργικὰ στοιχεῖα τῆς περιοχῆς δημιουργώντας ἕναν πάγιο κι ἀδιάσπαστο ἑλληνικὸ προμαχῶνα ἐνάντια στὸ Σλάβο.

Τόσην ἀπήχηση εἶχε ἡ διδασκαλία τοῦ Κοσμᾶ στοὺς σκηνίτες καὶ μετακινουμένους βλαχοποιμένες τῆς Μέσης Μακεδονίας, Ἠπείρου καὶ Ἀλβανίας, ὥστε τὸν θεωροῦσαν ἀπὸ τότε δικό τους ἅγιο καὶ προστάτη καὶ ἀκόμα μιλοῦν γιὰ τὸν Τσουμπάν-Μπαμπά ἤ Τσομπάν-Παπά.

Ἡ προσωπικότητα τοῦ πατροκοσμᾶ

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἦταν μία σεμνή, ἐκρηκτικὴ καὶ χαρισματικὴ προσωπικότητα. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς χαρακτηρίστηκε «κήρυκας τοῦ θείου λόγου», «ἐθνεγέρτης», «καλόγερος», «ἐθναπόστολος», «ἐθνομάρτυρας», «διπλωμάτης», «δάσκαλος τοῦ Γένους», «ἐπαναστάτης», «πραγματικὸς ἄνθρωπος», «σύμβολο τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως», «καρπὸς τῆς ῥωμιοσύνης», «καθολικὸς καὶ ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος», «μὲ ἐνέργεια Ἁγίου Πνεύματος», «διδάχος τοῦ λαοῦ», «Ἅγιος», «κατοικητήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ», «ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», «τρισμακάριστος», «γαλήνιος», «ἡσύχιος», «ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης, τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς θυσίας», «Προφήτης τοῦ Γένους», «ὁ ἐπιβλητικότερος ἀναγεννητής», «παράκλητος», «ἰσαπόστολος», «ἀπόστολος τῶν σκλάβων».

Σεμνὸς καὶ ταπεινός, διότι δὲν περιφρονοῦσε τοὺς ἀνωτέρους του. Τοὺς σεβόταν καὶ ζητοῦσε τὴν εὐλογία τῶν Γερόντων τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη καὶ τῶν κατὰ τόπους Ἐπισκόπων. Τὸ ἔργο του δέν ἦταν ἀτομικό. Ἦταν ἔργο ἑνότητας καὶ ὄχι φατρίας.

Συνιστοῦσε θερμὰ τὸ βάπτισμα τῶν νηπίων, τονίζοντας τὴν ὕψιστη εὐθύνη τῶν γονέων καὶ ἱερέων σὲ περίπτωση θανάτου ἀβαπτίστου νηπίου. Ἁγίαζε τοὺς πιστοὺς καὶ μὲ τὰ ἱερὰ μυστήρια. Μὲ τοὺς ἱερεῖς τῶν χωρίων καθιστοῦσε τοὺς πιστοὺς κοινωνοὺς στά ἱερὰ μυστήρια, τὸ ἅγιο εὐχέλαιο, τή θεία κοινωνία καὶ τὴν ἐξομολογήση, παρ’ ὅτι στὸ τελευταῖο ἐκφράζει τὸ παράπονο: «ποὺ δὲν ἔχω καιρὸν νά σᾶς ἐξομολογήσω ὅλους ἕνα πρὸς ἕνα, νά μοῦ εἰπεῖ τὸ παράπονό του ὁ καθένας, νά τοῦ εἴπω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο ὁποῦ μὲ φωτίσει ὁ Θεός».

Ἡ παιδεία εἶναι ἀπὸ τὰ βασικότερα ζητήματα ποὺ ἀπασχόλησαν τὸν Κοσμᾶ. Σημειώνει τὴν ἀνάγκη μιᾶς δωρεὰν παιδείας ἀπὸ ἐράνους, ἀπὸ βακούφια καὶ ἄλλα ἔσοδα τῶν ἐκκλησιῶν. Τὸ ὅτι κατόρθωσε νά ἱδρύσει διακόσια κοινὰ σχολεῖα καὶ περισσότερα ὑπὸ τὶς πλέον ἀντίξοες συνθῆκες τὸν κατατάσσει σὲ κορυφαία θέση μεταξὺ τῶν δασκάλων τοῦ Γένους.

Στήν παιδεία ἔδινε προτεραιότητα. Ἡ δική του παιδεία ὅμως διέφερε ἀπὸ ἐκείνην τῶν εὐρωπαϊζόντων λογίων τῆς «θύραθεν», ποὺ ἀπέχουν πολύ. Πρῶτα σχολεῖα, ἔλεγε. «Τὸ σχολεῖον ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἐκκλησίαν», ὑπογράμμιζε. Εἶναι χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ποὺ ἔλεγε σχετικά: «Ψυχὴ καὶ Χριστὸς σᾶς χρειάζονται».

Ἡ παιδεία του εἶναι Χριστο κεντρική, ὑπηρετικὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τὸν βοηθάει νὰ γίνει εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μιλάει ὄχι μόνο γιὰ ἑλληνόφωνη ἀλλὰ γιὰ ἑλληνικὴπαιδεία, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ τελείωση, στὴ θέωση.

Γιὰ νὰ ἀξιολογήσουμε σωστὰ τὴν προσφορὰ τοῦ Ἁγίου καὶ μόνο ὡς πρὸς τὸ στοιχεῖο τῆς ἐκπαίδευσης, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ παραπάνω, πρέπει νὰ λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι «ἵδρυσε 210 ἑλληνικὰ (ἀνώτερα) σχολεῖα καὶ 1100 κατώτερα».

Φρόντιζε νὰ τηρεῖ τοὺς τύπους ἐκδηλώνοντας σεβασμό. Ἐνίοτε μιλοῦσε καὶ εὐνοϊκὰ γιὰ τοὺς Τούρκους σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Δυτικούς, γιὰ τοὺς ὁποίους δέν ἔτρεφε συμπάθεια. Τὰ ἔλεγε, διότι ἀνάμεσα στό ἀκροατήριό του ἦσαν καὶ Τοῦρκοι.

Οἱ ἁπλοὶ Τοῦρκοι τὸν συμπαθοῦσαν. Ὄχι τόσο οἱ ἀξιωματοῦχοι.
Ὡστόσο χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τοῦ Ἁλῆ Πασᾶ, ποὺ τὸν σεβόταν ὡς ἅγιο καὶ μεγάλο Προφήτη! Μιλώντας γιὰ τὴ λευτεριὰ χρησιμοποιοῦσε τὸ δικό του κώδικα.

Τὸ «ποθούμενον» τί τάχα μπορεῖ νά εἶναι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ λευτεριά; Σὲ δύσκολες συνθῆκες ἀποφάσισε ὁ Κοσμᾶς ἐνσυνείδητα νὰ ἐπιτελέσει τὴν ἀποστολή του. Προσπάθησε καὶ πέτυχε νά ἰσορροπήσει ἀνάμεσα στὸ «Νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ Νόμο τοῦ Καίσαρα».

Ὁ λαὸς καθιέρωσε στὴ συνείδησή του τὸν Κοσμᾶ ὡς ἅγιο, πολὺ πρὶν τὴν ἁγιοποίησή του ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἐκκλησία. Οἱ καιροὶ σήμερα εἶναι πολὺ διαφορετικοὶ σὲ σχέση μὲ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κοσμᾶ. Οἱ κίνδυνοι ὅμως γιὰ τὸν ἑλληνισμὸ δέν εἶναι τόσο διαφορετικοί.

Τὸ μήνυμα τοῦ κηρύγματος τοῦ ἀποστόλου τῶν σκλάβων, ποὺ μαρτύρησε στό Κολικόντασι τῆς Βορείου Ἠπείρου τὴν 24 Αὐγούστου 1779, παραμένει διαχρονικὸ καὶ πάντα ἐπίκαιρο. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς μᾶς ἔδειξε τὸ δρόμο τῆς τιμῆς καὶ τοῦ χρέους. Ὀφείλουμε νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε.

Ἐμμανουὴλ Η. Κουτσιαύτης Σχ. Σύμβουλος Φιλολόγων
Ἀπόσπασμα ἀπὸ ἄρθρο μου στόν τόμο: «Κατάθεση τιμῆς στόν Μητροπολίτη Σισανίου καί Σιατίστης κ. Ἀντώνιο, ἔκδ. Ἱ. Μητροπόλεως, 2004», σ.423 κ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

Ἅγιος Μηνάς
Τριμηνιαία ἔκδοσις  τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καστοριᾶς
τεῦχος 40 – Ἰούλιος  – Σεπτέμβριος 2009

Εἰκόνα ἀπὸ: klin-demianovo.ru

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»