Τῆς Μοναχῆς Ἰσιδώρας, Ἡγουμένης Ἱ. Μ. Θεοτόκου Κυπαρισσιωτίσσης & Ἁγ. Ἱεροθέου

Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσιν, τὸν 16ον αἰῶνα, πειραταὶ ἠπείλησαν τὸ Μοναστήρι.

Τότε, ὡς γνωστόν, οἱ πειρατεῖες ἦταν πολὺ συχνές, δι’ αὐτὸ καὶ οἱ Πατέρες ἐπεδίωκον νὰ κτίζουν τὰ Μοναστήρια εἰς σημεῖα, ὥστε νὰ μὴν φαίνωνται ἀπὸ τὴν ἀκτὴν τῆς θαλάσσης, διὰ νὰ μὴ γίνωνται στόχος τῶν πειρατῶν.

Καὶ ἡ Μονή, λοιπόν, εὑρίσκεται σὲ σημεῖο ποὺ δὲν φαίνεται ἀπὸ μακρυά, ὄχι πολὺ ὑψηλόν, οὕτως ὥστε νὰ προφυλάσσεται ἀπὸ τοὺς ἐπιδρομεῖς.

Γύρωθεν καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς ὑπῆρχον πολλὰ καὶ μεγάλα κυπαρίσσια.

Τὸ κυπαρίσσι εἶναι δένδρον προσφιλὲς καὶ οἰκεῖον εἰς τοὺς Μοναχούς, διότι σχετίζεται μὲ τὴν μνήμην τοῦ θανάτου.

Διὰ τοῦτο καὶ οἱ Μοναχοί, τὰ ἀγαποῦν, διότι ἡ ζωή των εἶναι ἀγὼν νεκρώσεως τῶν παθῶν καὶ ὁ πόθος των ἔχει ἐναρμονισθῆ μὲ τὸν θάνατον τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος καὶ ὅλη των ἡ ἐπιμέλεια ἔχει ἀναφορὰ εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν, διὰ τοῦτο μελετοῦν συνεχῶς τὸν θάνατον καὶ δὲν τὸν φοβοῦνται.

Ἐκτός, λοιπόν, τῶν τεσσάρων κυπαρίσσων (τρία ὑπερμεγέθη καὶ ἕνα μικρότερον παραπλεύρως τοῦ μεγάλου), τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὸν ἐξωτερικὸν περίβολον τῆς Μονῆς καὶ κοσμοῦν αὐτὴν μὲ τὴν ἐπιβλητική των παρουσίαν, ὑπῆρχον παλαιότερον καὶ ἄλλα πέντε κυπαρίσσια.

Τὸ ἕνα ἐξ αὐτῶν, τὸ πλέον ὑψηλὸν καὶ μεγαλόπρεπον, εὑρίσκετο πλησίον τῆς κυρίας εἰσόδου-πύλης τῆς Μονῆς, ἀκριβῶς δίπλα εἰς αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερον.

Εἰς αὐτὸ τὸ κυπαρίσσι, ἀναφέρει ἡ ἱστορία τῆς Μονῆς, ὅτι ἀνέβηκαν οἱ Μοναχοὶ τὸν 16ον αἰῶνα, ὅταν ἐκινδύνευσαν ἀπὸ τὴν ἔφοδον τῶν πειρατῶν, ὡς προείπομεν.

Ἦσαν ἄνδρες Μοναχοί –εἴκοσι τὸν ἀριθμόν– καὶ ἐκράτουν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Θεοτόκου, τῆς προστάτιδος τῆς Μονῆς (εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως ὡς ἀναφέρει ἡ παράδοσις).

Ἡ Θεοτόκος συνήργησε καὶ τὸ κυπαρίσσι ὑπερέβη τοὺς ὅρους τῆς φύσεως, βαστάζον τὸ βάρος τόσων ἀνδρῶν, χωρὶς ὁ παραμικρὸς θόρυβος νὰ προδώση τὴν παρουσία τῶν Πατέρων.

Καὶ τοιουτοτρόπως, οἱ κλῶνοι ἑνὸς μόνον δένδρου διέσωσαν τὴν Μονὴν ἀπὸ τὴν λεηλασίαν.

Διότι οἱ πειρατές, μὴ συναντήσαντες οὐδένα ἄνθρωπον, ἐθεώρησαν ἀκατοίκητον τὸ Μοναστήρι καὶ ἔφυγον ἄπρακτοι, χωρὶς νὰ προξενήσουν οὔτε τὴν παραμικρὰν ὑλικὴν ζημίαν.

Οἱ Πατέρες τότε, ἐξ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν προστάτιδα Παναγία, καὶ εἰς ἀνάμνησιν τοῦ μεγάλου τούτου θαύματος τῆς ἔδωσαν τὴν ἐπωνυμίαν «Κυπαρισσιώτισσα», ἤτοι Παναγία, ἡ διασώσασα τοὺς Μοναχοὺς εἰς τὸ κυπαρίσσι.

Ἀνήγειραν δέ, καὶ μνημεῖον θολωτόν (πιθανῶς ἕτερος τάφος μὲ εἰκονογραφημένον «ἀκροσόλιον»), εἰς τὸ Νότιον μέρος τοῦ Ναοῦ-Καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, ἀκριβῶς δίπλα εἰς τὸν τάφον τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου*, τὸ ὁποῖον καὶ ἱστόρησαν διὰ τοιχογραφιῶν.

Εἰς κέντρον τῆς τοιχογραφίας τοῦ θολωτοῦ τούτου μνημείου, εἰκονίζεται ἡ Παναγία βαστάζουσα τὸν Κύριον εὐλογοῦντα. […]

Ἡ εἰκόνα φέρει τὸν τίτλον «Κυρία τῶν Ἀγγέλων καὶ Κεπαρισιώτισσα» μὲ βυζαντινὰ κεφαλαῖα γράμματα. 

*Τοῦτο ἀναφέρει σαφῶς καὶ ὁ βιογράφος τοῦ Συναξαρίου τοῦ προαναφερθέντος χειρογράφου.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Προσκυνητάριον Ἱ. Μ. Κυπαρισσιωτίσσης καὶ Ἁγ. Ἱεροθέου Μεγάρων, ἐκδ. Ἱ. Μ. Θεοτόκου Κυπαρισσιωτίσσης καὶ Ἁγ. Ἱεροθέου.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Πειραϊκή Ἐκκλησία
Ἱερὰ Μητρόπολις Πειραιῶς
Ἔτος 24ο – Τεῦχος 261 – Ἰούλιος-Αὔγουστος 2014

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»