Μέ τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀσχολήθηκαν καί ἀσχολοῦνται ἐπί αἰῶνες τώρα φιλόσοφοι, ψυχολόγοι, ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί πάλι παραμένει ἕνα μυστήριο.

Τί εἶναι αὐτό πού ὁδηγεῖ ἕναν φονιά σέ μία ἀποτρόπαιη πράξη ἤ τί εἶναι αὐτό πού ὁδηγεῖ ἕναν νέο νά αὐτοκτονήσει; Ποῦ βρίσκει πάλι ἕνας ἄλλος νέος ἀντίστοιχα τή δύναμη νά θυσιάσει τή ζωή του γιά νά σώσει ἕναν ἄγνωστο;

Δέν ξέρουμε στ’ ἀλήθεια γιά πόσα εἴμαστε ἱκανοί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι… Νά μποροῦμε νά γίνουμε Θεοί καί δαίμονες ταυτόχρονα κι αὐτό γιά τό ποιός λογισμός θά μπεῖ στήν καρδιά μας καί θά φωλιάσει, θά πηγάζει ἀπό τήν ἔμφυτη ροπή πρός τό κακό ἤ ἀπό τήν θεϊκή καταγωγή μας;

Μιά τέτοια ψυχή θά σχολιάσουμε αὐτή τή φορά καί θά τήν καμαρώσουμε γιατί ἁπλά ἐπέλεξε τήν θέωση… Ὁ Χριστόδουλος φαινόταν ἕνα ἁπλό καί συνηθισμένο ἀγόρι τῆς ἐποχῆς του, ἔτος 1777, περίοδος κατά τήν ὁποία ἡ Ἑλλάδα βρισκόταν ὑποδουλωμένη κάτω ἀπό τήν μουσουλμανική μανία.

Ὁ Θεσσαλονικιός νέος μας ἀναγκάζεται νά μάθει μία τέχνη, κατασκευάζει καί πουλᾶ ροῦχα –ἀμπατζής– γιά νά μπορέσει νά ζήσει, ἀλλά καί γιά νά πληρώνει τούς ὑποχρεωτικούς φόρους. Ἡ ζωή κυλᾶ ἤρεμα, μέχρι πού ὁ Χριστόδουλος βλέπει ἕναν συμπατριώτη του νά τουρκεύει οἰκειοθελῶς καί νά ἀσπάζεται τή νέα θρησκεία.

Κι ἐδῶ ξεκινᾶ ἡ συντριβή στήν καρδιά του καί ἡ προσωπική του μεταμόρφωση σέ ἕνα πνευματικό, θαβώρειο φῶς… Γιατί ὁ νέος αὐτός νά ἀρνηθεῖ τό Χριστό καί νά χάσει τήν ψυχή του; Γιατί θά πρέπει νά φοβόμαστε τούς Τούρκους καί νά ὑποχωροῦμε στίς ἀντιχριστιανικές πιέσεις τους;

Γιατί νά φοβηθῶ τό θάνατο, ἀφοῦ κάποτε ὅλοι ἐκεῖ θά καταλήξουμε; Γιατί νά μήν ὁμολογήσω τό Χριστό μου καί νά ἐνθαρρύνω τόν ἀδερφό μου νά μήν ἀρνηθεῖ τήν πίστη του; «Εἶναι ἀπίστευτο τί μπορεῖ νά κάνει μία ἀχτίδα τοῦ ἥλιου στήν ψυχή σου» (Ντοστογιέφσκι)

Ὁ Χριστόδουλος εἶναι πιά ἀποφασισμένος καί κανείς δέν μπορεῖ νά τόν σταματήσει. Θά μαρτυρήσει γιά τόν ἄγνωστο φίλο του, θά πεθάνει γιά τόν Χριστό. Δέν φοβᾶται τίς ὕβρεις, τά μαστιγώματα καί τήν προσωρινή κακοποίηση τοῦ σώματός του.

Ἡ ψυχή του εἶναι ἐλεύθερη καί δέν μπορεῖ κανείς νά τήν ὑποδουλώσει. Δέν ἀποφασίζουν οἱ Τοῦρκοι γιά αὐτόν, ἀλλά ὁ ἴδιος. Πρέπει πρῶτα νά προετοιμαστεῖ. Ναί, ἀφοῦ ἐπιλέγει νά συναντήσει γρήγορα τό Χριστό, θά πρέπει νά ἐξομολογηθεῖ, νά εἶναι καθαρός. Ἔτσι ἁπλά καί ἀθῶα καταγράφει τίς ἁμαρτίες του σέ ἕνα χαρτί καί τρέχει στόν πνευματικό νά τίς διαβάσει.

Κι ὅταν ξεχνᾶ μερικές ἀπό αὐτές, τρέχει πάλι στόν ἐξομολόγο μέ τήν ἴδια παιδική κι ἁγνή καρδιά. Ταυτόχρονα, ἀγοράζει κι ἕναν σταυρό καί πληρώνει νά τοῦ τόν ζωγραφίσουν ὅπως πρέπει, ἔτσι γιά νά τόν κρατᾶ στό χέρι τήν ὥρα τῆς ὁμολογίας του καί νά παίρνει θάρρος ἀπό τό βλέμμα Ἐκείνου.

27 Ἰουλίου 1777. Οἱ Τοῦρκοι ὁδηγοῦν δημοσίως πρός παραδειγματισμό τόν ἄθλιο Χριστιανό πρός περιτομή.

Ὁ Χριστόδουλος, παίρνοντας τότε τό σταυρό στό χέρι, πῆγε μέ παρρησία στό καφενέ ὅπου ἦταν συναθροισμένοι οἱ Ἀγαρηνοί καί φωνάζει μέ τόλμη στόν ἀρνησίχριστον: «ἀδελφέ, τί ἔπαθες; Νά ἡ πίστη μας, νά ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος σταυρώθηκε γιά τήν ἀγάπη μας, καί σύ γιατί ἀφήνεις τόν Χριστό τόν σωτήρα σου καί γίνεσαι Τοῦρκος; Φίλησε, ἀδελφέ, τόν σταυρό τοῦ Κυρίου μας!».

Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ ἀποστάτης δέν συγκινήθηκε καθόλου, οἱ γενίτσαροι, ὡστόσο, ἔγιναν ἔξω φρενῶν. Μέ μιᾶς τόν ἔβγαλαν στό δρόμο καί ἄρχισαν νά τόν χτυποῦν ἀλύπητα μέ ξυλιές καί μαχαιριές, ὥστε αἱμόφυρτο νά τόν ὁδηγήσουν στόν κριτή τους. Ὁ δέ κριτής τόν ρώτησε ποιός τόν ἔστειλε νά κάνει αὐτή τή φασαρία.

Ὁ Μάρτυς τοῦ ἀπάντησε μέ ἀνδρεία πώς ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν τόν ἀφήνει νά μήν ὁμολογήσει τήν ἀλήθεια, τοῦ πρότεινε μάλιστα νά γίνει κι αὐτός Χριστιανός. Ὀργισμένος ὁ ἀγάς μέ αὐτήν τήν ἀλλόκοτη παρρησία, διέταξε νά χτυπήσουν τόν ἅγιο μέ διακόσιες ξυλιές στά πόδια καί κατόπιν νά τόν κρεμάσουν.

Στό δρόμο γιά τό μαρτύριο, ὅποιον Χριστιανό συναντοῦσε ὁ ἅγιος Χριστόδουλος τούς ἔλεγε «συγχωρήσατέ με ἀδελφοί, καί ὁ Θεός νά σᾶς συγχωρέσει». Δυό μέρες τόν εἶχαν κρεμασμένο οἱ ἄπιστοι, μέχρι πού κάποιοι Χριστιανοί πλήρωσαν 600 γρόσια, γιά νά πάρουν τό ἅγιο λείψανο καί νά τό ἐνταφιάσουν ἐντίμως.

Τό αἱματοβαμμένο σχοινί δέ τοῦ μαρτυρίου ἀμέσως ἄρχισε νά θεραπεύει ἀσθένειες, δοξάζοντας τόν Θεό καί ἐνισχύοντας τούς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Ὁ ἅγιος Χριστόδουλος δέν εἶναι γιά τόν κόσμο ὁ «Ἠλίθιος» τοῦ Ντοστογιέφσκι.

Εἶναι πρότυπο καί μιμητής Χριστοῦ, πού μπορεῖ νά ἐμπνεύσει τούς σημερινούς ἀνθρώπους, αὐτούς κυρίως πού προχωροῦν σκυθρωποί, κρατώντας συνεχῶς ἕνα κινητό στό χέρι, ἀντί τό χέρι ἑνός ἀγαπημένου τους, αὐτούς πού βρίσκονται σέ μία συνεχή μελαγχολία, αὐτούς πού σχεδιάζουν πῶς νά ἐκδικηθοῦν τούς ἐχθρούς τους κι αὐτούς πού ζηλεύουν τήν πρόοδο τοῦ γείτονα.

Ἀρκεῖ μία ἀχτίνα τοῦ Ἥλιου νά ζεστάνει τήν καρδιά καί νά τήν μεταμορφώσει, αὐτή πού οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζουν Χάριν τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, χαριτωμένοι καί χαρούμενοι, ἄς ζοῦμε, ἀδερφοί, μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Χριστοδούλου. Ἀμήν!

Π.Ε.Π.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

Κιβωτὸς
Περιοδική ἔκδοση τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσσηνίας
Τεῦχος 64 – Ἰούνιος 2019

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»