του Δημ. Λουκόπουλου

Οι ταξιδεύοντες από Λευκάδα προς Κανάλια-Γαρδίκι αντικρίζουν μπροστά τους, νοτιοδυτικά, προς τις πανέμορφες πλαγιές του βουνού, που συνδέουν τους μεγάλους ορεινούς όγκους των Βαρδουσίων και του Τυμφρηστού, ένα από τα ωραιότερα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας, τα Πουγκάκια.

Το κεφαλάρι του σχηματίζει ένα πυκνός ανοιχτοπράσινος καστανόλογγος, που βυθίζεται προς τα επάνω στους σκοτεινούς κατάμαυρους ελατιάδες.

Το όνομα του χωριού Πουγκάκια το ετυμολογούν οι ντόπιοι ως «Απάγγειο», δηλαδή υπήνεμο. Σε μια αγναντερή ραχούλα είναι χτισμένο ένα παλιό μοναστήρι, ο Αηλιάς.

Για το μοναστήρι αυτό ο Ρουμελιώτης λαογράφος Δημ. Λουκόπουλος διηγείται την παρακάτω ιστορία, όπως την άκουσε από τους ίδιους Πουγκακιώτες σ’ ένα ταξίδι του τον Αύγουστο του 1929.

Μια φορά πέρασε από το μοναστήρι του Αηλιά ο ξακουστός Γιουσούφ Αράπης(1).

-Τους κλέφτες να μου παρουσιάσεις, τους κλέφτες, είπε ο Ντερβέναγας στον ηγούμενο, ειδάλλως σουβλί σε περιμένει!

Ο φτωχός καλόγερος, που ούτε ιδέα δεν είχε καν για τους κλέφτες:

-Αφέντη, λέει, τι μου λες δεν ξέρω. Συχώρα με, αφέντη μου, απ’ αυτή τη δουλειά,

-Τον τάδε καπετάνιο μ’ όλο τ’ ασκέρι του θέλω από σένα γούμενε! επίμενε και καλά ο Γιουσούφης.

Στα καλά καθούμενα ο ηγούμενος βρήκε το μπελά του, δεν ήξερε τι να ειπεί και τι να κάμει. Φύλαξε ώσπου κοιμήθηκε ο Ντερβέναγας στο κελί, πήρε μαζί του και τους άλλους καλογέρους, μπήκαν όλοι στην εκκλησία κ’ έπεσαν σε μεγάλη μετάνοια.

Ολάκερη τη νύχτα γονατιστοί στην εικόνα του Αγίου με μαύρα δάκρυα παρακαλούσαν να τους γλυτώσει από τ’ άδικο που τους βρήκε. Και, ω του θαύματος! Τα ίδια τα μεσάνυχτα παρουσιάζεται ο Προφήτης Ηλίας στον ύπνο του Γιουσούφ Αράπη κι άρχισε να τον δέρνη αλύπητα. Τούδωσε, τούδωσε από πάνω, του το γούρμασε το κορμι.

Σηκώθηκε ο Ντερβέναγας το πρωί μισοπεθαμένος απ’ το ξύλο και κάλεσε τον καλόγερο.

-Δε μου λες ηγούμενε, ποιος είναι τούτος ο Άγιος που έχετε προστάτη σας;

Του τον ονόμασε:

-Ο Δείνας Άγιος είναι, είπε.

Σηκώθηκε τότε κι αυτός σιγά-σιγά και πήγε στην εκκλησία μέσα. Είδε την εικόνα του και γνώρισε τον Άγιο.

-Αυτός, ναι, αυτός είναι, έκαμε, εκείνος που με πέθανε στο ξύλο απόψε!

Γυρίζει τότε κατά τον ηγούμενο και του λέει:

-Απ’ αυτόν τον Άγιο σας συμβουλεύω να μη  φύγετε!

Στα ολοκοντά του είπε να κάνει και το λογαριασμό, να του πληρώσει τα όσα έφαγε τ’ ασκέρι του εκείνο το βράδυ απ’ το μοναστήρι.

Ο ηγούμενος δεν παραδεχόταν να πληρωθεί. Δεν παίρνει απ’ ανέκαθεν λεφτα το μοναστήρι για την φιλοξενία, πώς να καταδεχτεί αυτός να πάρει τώρα;

-Ποτέ δεν θα γίνει αυτό, είπε.

-Αν δεν παραδεχτείς θα σε σουβλίσω! τον φοβέρισε ο Γιουσούφ Αράπης.

Τότε κι αυτός δεν είχε πια τι άλλο να κάμει. Τον ακολούθησε ως το Γαρδίκι, όπου πήγαινε, κ’ εκεί πληρώθηκε ακέριο το λογαριασμό.

Γύρισε πίσω και δόξασε το Θεό και τον Προφήτη Ηλία, που γλύτωσαν το μοναστήρι του. Οι κλέφτες που κυνηγούσε τότε ο Γιουσούφ Αράπης λένε πως ήταν οι Κοντογιανναίοι. Ποιος το ξέρει…

Ο αείμνηστος Λουκόπουλος διηγείται εν συνεχεία και άλλες εντυπώσεις και πληροφορίες από το ταξίδι του εκείνο στα Πουγκάκια.

Αναφέρει ιδιαίτερα τη γνωριμία του μ’ έναν ντόπιο αγράμματο ποιητή, τον Κώστα Δανιήλ, για τον οποίον λέει πως «αν ήξερε γράμματα, ίσως ήταν ο Σούτσος της εποχής του»,

Παραθέτουμε εδώ μερικούς στοίχους από το τραγούδι του το αφιερωμένο στο βουνό της Οξυάς (Γαρδικίου-Στάγιας), τη Σαράνταινα:

Νύφη γλυκιά του Γαρδικιού και κόρη του Ολύμπου,
π’ αριστερά σου κάθονται ο Τυμφρηστός κ’ η Πίνδο
και στα δεξιά σου η όμορφη και ξακουσμένη Γκιώνα
οι άνεμοι σε τραγουδούν, τα χιόνια σε στολίζουν.

Η νυφική σου κεφαλή κ’ οι μακρινοί πλοκάμοι
xύνουν απόγεια και δροσιές, που ξεδιψούν οι κάμποι.
Εγώ, βουνό μου εγέρασα δεν μπορώ να περπατήσω
Για να ξανάρθω να σε ιδώ και να σε γκιζερίσω!

Πηγή: Γκαρδικιώτικες κουβέντες

το «σπιτάκι της Μέλιας»