του Δημητρίου Θ. Μαλκογιώργου

Όλη τη βδομάδα οι χωρικοί, αγρότες και τσοπάνηδες, θα δουλέψουν σκληρά. Δεν τους μένει καιρός για κοινωνικές συναναστροφές.

Την Κυριακή που από παλιά είχε έντονο θρησκευτικό και γιορταστικό χαρακτήρα, την είχαν καθιερώσει και την τηρούσαν αυστηρά σαν αργία.

Από το πρωί θα φορούσαν τα γιορτινά τους και με το κάλεσμα της καμπάνας, όλο το χωριό θα όδευε για την εκκλησία, κρατώντας στο χέρι του ο καθένας ένα ή περισσότερα κεριά, καμωμένα από τους ίδιους, από κερί παραγωγής τους, που θα πρόσφεραν και θα άναβαν μπροστά στο εικονοστάσι…

Ο ναός γέμιζε ασφυκτικά από ένα εκκλησίασμα που με τάξη καταλάμβανε τις θέσεις του, στα στασίδια οι γεροντότεροι, όρθιοι οι νέοι, πίσω στο γυναικωνίτη, με ή χωρίς καφασωτό χώρισμα, οι γυναίκες, όλοι με τη σωστή θρησκευτική κατάνυξη να παρακολουθούν τη θεία λειτουργία.

Κι όταν ο παπάς πρόφερε το «Δι’ ευχών…», και μοίραζε το αντίδωρο, ο ένας έσπευδε να χαιρετίσει τον άλλο, να του ευχηθεί καλή βδομάδα, να ρωτήσει με πραγματικό ενδιαφέρον για μέλη της οικογένειας που δεν έβλεπε στην εκκλησία ή που είχε μέρες να δει.

Έξω στην πλατεία του ναού, που ήταν συνήθως το χοροστάσι, οι άνδρες κουβέντιαζαν σε ομάδες και περίμεναν το Δήμαρχο ή τον πάρεδρο του Δημοτικού Διαμερίσματος για ν’ αρχίσουν τη συζήτηση για τα ζητήματα  που απασχολούσαν το χωριό και πως θα τα λύσουν.

Μια συνήθεια που ερχόταν απ’ τα παλιά, ένα είδος «Εκκλησίας του Δήμου», αλλά και που την είχαν τόσο ανάγκη.

Εκεί θα παίρναν το λόγο με τη σειρά, πρώτα οι κεφαλές και οι γεροντότεροι, για να τονίσουν τις ανάγκες του χωριού σε καθαριότητα, αγροτικούς δρόμους, προστασία του περιβάλλοντος, διάνοιξης χωματαυλάκων για την άρδευση των χωραφιών τους, διορισμό αγροφύλακα ή δραγάτη και ένα σωρό άλλα κοινά προβλήματα.

Το βήμα του αγρότη το προσέφερε το πεζούλι του γεροπλάτανου, που κατά κανόνα σκίαζε την πλατεία του ναού.

Όλοι λάβαιναν μέρος σ’ αυτές τις συζητήσεις, συνήθως ήρεμα και με σεβασμό προς την, ας πούμε άτυπη συνέλευση, κάποτε όμως και σε έντονο, αλλά όχι εριστικό ύφος. Και το καλό, οι συζητήσεις αυτές δεν έμεναν μόνο λόγια.

Λαμβάνονταν αποφάσεις, καθορίζονταν η συνεισφορά του καθενός σε χρήμα ή σε προσωπική εργασία και το σημαντικότερο, αυτές τις αποφάσεις της τηρούσαν κατά γράμμα κι ας ήταν άγραφες, προφορικές.

Δύσκολα να το κατανοήσουμε εμείς σήμερα. Το μυστικό βρίσκονταν στο ότι τα μέτρα αυτά και τις αποφάσεις δεν τις επέβαλε κανείς άνωθεν.

Τις έπαιρναν όλοι από κοινού, με τη θέλησή τους και έδιναν το λόγο τους να τις τηρήσουν και ο λόγος για κείνους ήταν όρκος απαράβατος. Κάθε χωριό έχει να επιδείξει σημαντικά έργα που έγιναν με τέτοιες αποφάσεις, χάρις στο έθιμο αυτό, της κατά Κυριακή δημόσιας συζήτησης.

Τον υπόλοιπο χρόνο της Κυριακής οι χωριανοί τον χρησιμοποιούσαν για την ανάπαυση τους ή για την ανταλλαγή επισκέψεων μεταξύ συγγενών και φίλων, που αποτελούσαν συγχρόνως και ευκαιρία ψυχαγωγίας των, τρόπο τινά…

Πηγή: Γκαρδικιώτικες κουβέντες

Εικόνα από:kantonopou’s blog

το «σπιτάκι της Μέλιας»