Ἰ.Κ. Ἀγγελόπουλος

Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι θεωροῦν ὡς πίστη (καὶ μάλιστα χριστιανικὴ πίστη) τὴν ἀνεξέταστη ἀποδοχὴ κάποιων ἀληθειῶν. «Πστεύω», γι’ αὐτοὺς σημαίνει ὅτι δέχομαι κάποια «δόγματα», κάποιες ἀλήθειες ποὺ δὲν μπορῶ νὰ ἐξηγήσω.

Αὐτὴ ἡ ἔννοια τῆς πίστεως εἶναι διαστρέβλωση καὶ ἀλλοίωση τῆς πραγματικῆς χριστιανικῆς πίστεως. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἡ πίστη εἶναι πρωτίστως μιὰ σχέση ἀγάπης, ὑπακοῆς καὶ ἐμπιστοσύνης τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεό.

Γιὰ τὴν Ἐκκλησία πιστεύει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ τὸν Θεό, τηρεῖ τὶς ἐντολές Του («ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε», Ἰω. 14: 15), καὶ Τὸν ἐμπιστεύεται σὲ ὅλες τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς Του («ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός Σου…», Ψαλμ. 138: 7).

Ἡ σχέση τῆς πίστεως, ὅπως κάθε σχέση, εἶναι ἀμφίδρομη· ὁ Θεὸς κάνει πάντοτε τὸ πρῶτο βῆμα («ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω…», Ἀποκ. 3: 20) καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀνταποκρίνεται («λάλει, Κύριε, ὅτι ὁ δοῦλος Σου ἀκούει», Α’ Βασ. 3: 9· «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου», Λουκ. 1: 38).

Ἤδη ἀπὸ τὴν Π. ∆ιαθήκη ἡ πίστη παρομοιάζεται ὡς μιὰ σχέση γάμου μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πιστοῦ (ἀνθρώπου ἢ λαοῦ, βλ. Ἆσμα, Ὡσηέ). Ἡ ἁπλὴ παραδοχὴ – γνώση ὅτι ὑπάρχει Θεὸς δὲν θεωρεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς πίστη.

Ὅπως ἐμφαντικὰ διδάσκει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος «καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι» (Ἰακ. 2: 19). Αὐτό, ὅµως, δὲν καθιστᾶ τοὺς δαίμονες πιστοὺς στὸν Θεό.

Ἡ πίστη, ἐπὶ πλέον, εἶναι μιὰ ἑρμηνεία τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς μας. Μὲ βάση τὴν σχέση καὶ τὴν πεῖρα ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό, ὁ πιστὸς κατανοεῖ καὶ ἑρμηνεύει ὅλα τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς του.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὡς ὁρισμὸς τῆς πίστεως δίδεται στὴν Ἁγία Γραφὴ ὁ ἀκόλουθος: «ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11: 1).

Μὲ τὴν πίστη του ὁ πιστὸς «βλέπει» τὰ ἀόρατα, ἐλπίζει τὰ μέλλοντα, ὑπομένει τὰ ἀντίξοα, ἑρμηνεύει τὰ πάντα ὡς παρεμβάσεις τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς Κυρίου.

Ἡ πίστη ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ μία συγκεκριμένη στάση ζωῆς. Ἡ γέννηση τῆς πίστεως στὴν ψυχὴ ἑνὸς ἀνθρώπου ἀποτελεῖ ἕνα μυστήριο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη διάνοια.

Μὲ πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους («πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως», Ἑβρ. 1: 1) ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐμφανίζει τὸν ἑαυτό Του καὶ προσελκύει κοντά Του κάποια ψυχή. Ἡ ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου δημιουργεῖ τὴν πρώτη μορφὴ πίστεως – σχέσεως.

Ἡ πίστη αὐτὴ θὰ χρειασθεῖ νὰ αὐξηθεῖ («πρόσθες ἡμῖν πίστιν», Λουκ. 17: 5), νὰ δοκιμασθεῖ («ὃν ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει» = ἐκπαιδεύει, Ἑβρ. 12: 6), νὰ καλλιεργηθεῖ («καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ», Λουκ. 8: 15) καὶ νὰ καρποφορήσει («ποιήσατε καρποὺς ἀξίους τῆς µετανοίας», Λουκ. 3: 8).

Ἡ πίστη ὡς σχέση πρέπει νὰ συντηρεῖται ἰσοβίως μὲ τὸν ἀγώνα τοῦ πιστοῦ καὶ μὲ τὴν Χάρη ποὺ προσφέρει ὁ Κύριος διὰ τῶν Μυστηρίων καὶ τῆς ἐν γένει ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀπαιτεῖται πότισμα, κλάδεμα, καλλιέργεια γιὰ νὰ  παραμείνει ὁ πιστὸς ὡς βότρυς στὴν ἄμπελο τοῦ Χριστοῦ («ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ», Ἰω. 15: 5).

Στὴν ἀπορία, τέλος, γιατὶ κάποιοι συνάνθρωποί μας δὲν πιστεύουν ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διαφωτίζει: «οὐ πάντων ἡ πίστις» (Β’ Θεσ. 3: 2).

Ἡ πίστη δὲν εἶναι γιὰ ὅλους, ὄχι ἐπειδὴ τάχα ὁ Θεὸς κάνει διακρίσεις («πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί», Ματθ. 22: 14· ὁ Θεὸς «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι», Α’ Τιµ. 2: 4), ἀλλὰ ἐπειδὴ κάποιοι ἄνθρωποι παραμένουν  ἑρμητικὰ κλειστοὶ ἀπέναντι στὶς παρεμβάσεις ποὺ πραγματοποιεῖ ὁ Κύριος στὴν ζωή τους, ἀνθιστάμενοι στὴν μεταμορφωτική Του θεία Χάρη…

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

Παρεμβολή
Xριστιανική Φοιτητική Ἕνωση 

Τεύχος 105 – Έτος ΚE’ – Aπρίλιος – Μάϊος – Ἰούνιος

Εἰκόνα ἀπό: vera-eskom.ru

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»