Νίκος Θ. Ἀρβανίτης

Ἡ μέρα ξημέρωσε ζεστή. Ὁ οὐρανός ἦταν κατακάθαρος. Ὁ Ἀπριλιάτικος ἥλιος ἔλουζε στεριά καί θάλασσα. Οἱ ἀχτῖνες του λαμπύριζαν πάνω στίς πολύχρωμες σκηνές τοῦ Μπραΐμη.

Ἦταν ἕνα πρωϊνό τοῦ 1825. Ὁ Ἀπρίλιος μοσχοβολοῦσε καί βρισκόταν στήν τελευταία μέρα του. Ὁ Λεωνίδας, ἕνα σγουρόμαλλο ἄφοβο ἀγόρι, πού μόλις εἶχε πατήσει τά ἕνδεκα, τράβηξε στήν πάνω μεριά τῆς Μοθώνης, κατά τό βουνό.

Κι ἔμεινε ν’ ἀγναντεύει τόν κάμπο μέ τίς ἀμέτρητες σκηνές καί τά ὀχτακόσια ἄλογα πού ποδοπατοῦσαν ξέφρενα. Κοίταξε μέ ὀρθάνοιχτα μάτια. Ὁ κάμπος τοῦ φάνηκε ἀπέραντη πανηγυριώτικη ἀλάνα. Κούνησε τό κεφάλι. Ἔστρεψε τό βλέμμα στό λιμάνι. Ἦταν γεμάτο καράβια.

Τό ἀτρόμητο ἀγόρι προχώρησε πιό ψηλά, στούς πάνω βράχους.
Κάθισε πάνω σ’ ἕνα μεγάλο κοτρώνι. Ἔβαλε γεῖσο τό χέρι. Βίγλιζε ἀπό τή μιά ἄκρη τοῦ κάστρου τήν καλή Ὥρα, ἴσαμε πέρα στοῦ παπᾶ τή λίμνη. Ὁ μικρός Λεωνίδας εἶδε ἀραγμένα καράβια καταμεσίς στό πέλαο.

«Ἀράπικα εἶναι καί τοῦτα», ξαναμουρμούρισε. Κι ἔσκασε στά γέλια. «Ἄκου, λέει, φυλᾶνε μήν καί περάσουν στά ὑδραίικα καί πᾶνε ζωοτροφές στό Νιόκαστρο, στό Δεσπότη, πού φυλάει τό κάστρο!…».

Ἀπό τίς 11 Φλεβάρη ὁ Μοθωνιότικος κόρφος ἔπηξε ἀπό ἀράπικα πλεούμενα. Ὁ κάμπος τῆς Μοθώνης ἀπ’ τά βαρκά ἴσαμε τοῦ Καλαφάτη, γέμισε ἀραπάδες. Τέσσερις χιλιάδες πεζούρα κι ἑξακόσιοι καβαλαρέοι. Μαύρισε!…

Ὁ Μπραΐμης ἔστησε τή σκηνή του κατά τά Κρητικά, πάνω στήν πλαγιά. Νά βιγλίζη ὁλάκερο τό στρατό του, τό λιμάνι, τό κάστρο καί τό πίσω πέλαο κατά τό Νιόκαστρο. Μιά πελώρια φανταχτερή σκηνή, ὅλο μετάξι! Ἔμοιαζε μέ ὁλόλαμπρο παλάτι.

Στά πόδια τῆς πλαγιᾶς καί πέρα στόν κάμπο ἔστησε τίς σκηνές του ὁ στρατός. Πάνω ἀπό τετρακόσιες πολύχρωμες σκηνές, μέ τά μπαϊράκια ν’ ἀνεμίζουν στίς κορφές τους. Τ’ ἀράπικα ἄλογα χλιμιντρίζανε περήφανα καί ἀνυπόμονα!…

Ὁ κάμπος βουβάθηκε ἀπό χριστιανούς. Ἀναταράχθηκε ἀπ’ τόν ἀράπικο σάλαγο. Ἡ Ζαρντούρα σκεπάστηκε μέ μαῦρα σύγνεφα. Τό περήφανο τοῦτο βουνό δέν ἤθελε νά βλέπη τά μοῦτρα τοῦ Μπραΐμη καί τῶν ἀραπάδων του.

Ὁ Δεσπότης τῆς Μοθώνης, ὁ Γρηγόριος, μαζί μέ τούς παπάδες κι ὅλους τούς ἁρματωμένους, πολεμοῦσε στό Νιόκαστρο. Ἀκόμα κι οἱ Παλιονερίτες φύγανε. Καί οἱ Μπαρακιῶτες. Καί οἱ Χοντζογλαῖοι. Καί οἱ Ριπενιῶτες. Καί οἱ Χωματαῖοι. Ψυχή δέν ἔμεινε στά καμποχώρια… Μόνο ὁ Λεωνίδας, τό ἄφοβο ἑλληνόπουλο δέν ἔφυγε.

Ἔμεινε κοντά στά πρόβατά του καί τίς ἀγελάδες του. Ἦταν τά μόνα πράματα πού εἶχε στή ζωή. Ὁ πατέρας του εἶχε σκοτωθεῖ πρίν τρία χρόνια στό μεγάλο ξεσηκωμό!

Τή μάνα του καί τά ἀδέλφια του τά σφάξανε οἱ Τοῦρκοι. «Δέν πάω στά βουνά νά μοῦ φᾶνε οἱ λύκοι τά πρόβατα», εἶπε. Ἐδῶ τόν βρῆκαν οἱ ἀραπάδες.

Τόν φέρανε μπροστά στόν Μπραΐμη. Ὁ Αἰγύπτιος στρατάρχης τόν κοίταξε μέ περιφρόνηση. «Τί μοῦ φέρατε τοῦτο τό μυξιάρικο;», εἶπε αὐστηρά στούς δικούς του.

«Μόνο αὐτό βρήκαμε σ’ ὁλάκερο τόν κάμπο. Ψυχή δέν ὑπάρχει», τ’ ἀποκρίθηκαν.

«Χά! φοβήθηκαν οἱ γκιαούρηδες καί φύγανε», ἔκαμε ὁ στρατάρχης. Ὁ Λεωνίδας τόν κοίταξε ἄφοβα δίχως νά σκύψει τό κεφάλι.

– Τά γονικά σου ποῦ εἶναι; ρώτησε ὁ Μπραΐμης μέ τή βοήθεια δραγουμάνου. Τό παιδί δέν ἀπάντησε. Μόνο ἔσφιξε τίς γροθιές του. Ἔτριξε τά δόντια. Ἡ ματιά του φλογίστηκε. Ὁ Μπραΐμης ἔδεσε κόμπο τά φρύδια. Τό μοῦτρο του συγνέφιασε.

Ὁ Λεωνίδας ἔστρεψε ἀργά τό κεφάλι. Τόν κοίταξε κατάματα. Ὕστερα πῆρε τή ματιά του, τήν κάρφωσε πέρα στό πέλαο. «Δέν ἔχω γονικά», εἶπε ξερά ὁ Λεωνίδας.

Ὁ δραγουμάνος μετέφρασε. Ὁ Μπραΐμης ἀγρίεψε. «Ὄχι ψέμματα!» εἶπε στή γλώσσα του.

«Ὄχι ψέμματα!», ἐπανέλαβε ἄγρια στό παιδί ὁ δραγουμάνος.

«Δέν λέω ψέματα», εἶπε ἄφοβα ὁ Λεωνίδας. Καί πρόσθεσε τό ἴδιο ψύχραιμα. Κοίταξε τόν Μπραΐμη κατάματα. Ἡ ματιά του ἔγιν’ ἀστραπή.

«Ὁ πατέρας μου σκοτώθηκε πρίν τρία χρόνια στό μεγάλο ξεσηκωμό. Τή μάνα μου καί τ’ ἀδέλφια μου τά σφάξανε οἱ Χοντζογλαῖοι τοῦρκοι!… κατάλαβες;».

Ὁ Μπραΐμης ζύγιασε τό Λεωνίδα ἀπ’ τήν κορφή ἴσαμε τά νύχια. Εἶχε κι’ ὅλας ἀρχίσει νά θαυμάζει τό θάρρος του. «Μπράβο, θάρρος!» μονολόγησε ὁ στρατάρχης, χούφτιασε τά ποντίκια τῶν χεριῶν του κι ἔμεινε νά κοιτάζει τό Λεωνίδα.

«Σέ κρατάω αἰχμάλωτό μου, χαϊβάνι!», εἶπε μέ ἀργόσυρτη φωνή ὁ Μπραΐμης.

Ὁ Λεωνίδας ἔσκασε στά γέλια. Ὁ δραγουμάνος ἀναταράχθηκε. Ἕνας σκυλάραπας ἔφερε τό χέρι στή σπάθα πού κρεμόταν στό ζωνάρι του. Ὁ Μπραΐμης μάνιασε γιά τό γέλιο τοῦ παιδιοῦ. Τόν εἶδαν οἱ δικοί του, καμώθηκαν τό ἴδιο.

«Ἄκου αἰχμάλωτο! Τί θά πῆ αἰχμάλωτος; Μή θαρρεῖς καί κάμαμε πόλεμο καί μ’ ἔπιασες στή μάχη; Στή στάνη μέ πιάσατε, ν’ ἀρμέγω τά πρόβατά μου. Κατάλαβες;», εἶπε τό παιδί θαρρετά στό Μπραΐμη.

Τά μάτια τοῦ στρατάρχη γεμίσανε θαυμασμό!
«Εἶσαι πολύ ξύπνιος καί περήφανος, θά σέ κρατήσω κοντά μου».

«Γιά αἰχμάλωτο», ἀπάντησε μέ ἀγριάδα καί σούφρωσε τά φρύδια.

Ὁ Μπραΐμης γέλασε. Κι ὕστερα, μέ σοβαρό ὕφος: «Λοιπόν, τί λές, θά μείνεις;».

Τό παιδί κατάλαβε πρίν ἀκόμα τοῦ ξηγήσει ὁ δραγουμάνος.

«Καί τά πρόβατά μου; Τί θά γίνουν τά πρόβατά μου;».

«Αὐτά εἶναι γιά τό στρατό», εἶπε μέ παγερή φωνή ὁ στρατάρχης.

«Καλά τό’ χα καταλάβει», μουρμούρισε ὁ Λεωνίδας καί φύσηξε τή μύτη του.

«Μή μοῦ πεῖς πώς τόσος στρατός θά χορτάση μέ ἑξήντα πρόβατα καί δυό ἀγελάδες! Ἐσεῖς εἴσαστε μιλιούνια».

Καί χωρίς νά περιμένει ἀπόκριση, πρόσθεσε. «Ναί, θά μείνω, γιατί μοιάζεις στό Δεσπότη ὅταν φοράει τά χρυσά του. Μόνο γι’ αὐτό!…».

«Μέ ποιόν Δεσπότη;», ρώτησε ὁ στρατάρχης.

«Τό Δεσπότη, ντέ! Τό Γρηγόριο! Τό Δεσπότη τῆς Μοθώνης. Αὐτόν πού κρατάει τό Νιόκαστρο. Καί μή νομίζεις πώς μπορεῖς νά τόν νικήσεις. Εἶναι πιό δυνατός ἀπό σένα».

Μέ τό ἡλιόγερμα πού τά πουλιά τετέριζαν στά δέντρα πρίν κουρνιάσουν, ὁ Λεωνίδας κατηφόριζε σιγοτραγουδώντας:

«Παιδιά, γιά μεταλάβετε, γιά ξεμολογηθῆτε, δέν εἶν’ ὁ περσινός καιρός κι ὁ φετεινός χειμώνας. Μᾶς ἦρθε ἡ ἄνοιξη πικρή, τό καλοκαίρι μαῦρο, γιατί σηκώθη πόλεμος καί πολεμοῦν τούς Τούρκους. Νά διώξουμ’ ὅλη τήν Τουρκιά ἤ νά χαθοῦμε οὗλοι».

Σκλαβωμένη καί τώρα ἡ Πατρίδα μας μέ τή θηλιά τοῦ ἀσήκωτου χρέους στό λαιμό καί χαμένη τήν ἐλπίδα!… «Παιδιά, γιά μεταλάβετε, γιά ξεμολογηθῆτε…».

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Σύνδεσμος
Μηνιαῖο περιοδικό Ἑλληνορθόδοξης Μαρτυρίας
Χριστιανική Στέγη Καλαμάτας
Ἔτος 46ο ­– Μάρτιος ­2012 –­ Τεῦχος­ 467

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»