Ἡ Ἑλένη Παπαδοπούλου ἦταν ἕνας ὄντως ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ποτέ δέν ἐπέτρεπε κουτσομπολιά στό σπίτι της. Ἔλεγε συχνά στά παιδιά καί στά ἐγγόνια της: «Σή γούλαν ἔσουν ‘κ ἐρούξεν», δηλαδή, «δέν πέφτει στόν λαιμό σας, μή σᾶς νοιάζει».

Γι’ αὐτό ἔμεινε στή συνείδηση τοῦ χωριοῦ μας μέ τήν ἐπωνυμία «γλυκοκαλάτσευτος» , δηλαδή «γλυκομίλητη».

Ἑπόμενο ἦταν νά ἔχει ἀγαθότατες σχέσεις μέ ὅλους, ἀκόμη καί μέ τίς τουρκάλες γειτόνισσές της, οἱ ὁποῖες, στήν περίοδο τῆς ἐγκατάλειψης τῆς πατρώας γῆς τοῦ Πόντου, ἔφτασαν νά τήν παρακαλοῦν νά μή φύγει, ἐγγυώμενες τήν ἀσφάλειά της!

Ἦταν ἐντελῶς ἀφιλοχρήματη. Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Τί ἀξία ἔχουν τά χρήματα; Τά ρίχνεις στά σκυλιά καί δέν τά τρῶνε. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως σκοτώνονται γι’ αὐτά».

Ὥς τά βαθιά της γεράματα, γιά νά μή μένει ἀργή, ἔγνεθε γιά γυναῖκες τοῦ χωριοῦ μαλλί. Ἐκεῖνες τῆς ἔδιναν κανένα μικρό φιλοδώρημα πού ποτέ δέν τό κρατοῦσε γιά τόν ἑαυτό της ἀλλά τό ἔδινε στά ἐγγόνια της.

Τό γεγονός ὅτι ὁ ἱερομόναχος ἀδελφός της τήν ἀδίκησε στά κληρονομικά δέν εἶχε συνέπειες στήν ἐκκλησιαστική της ζωή.

Κάθε ἄλλο. Ἤξερε νά ξεχωρίζει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά σφάλματα τῶν κληρικῶν, πού ὡς ἄνθρωποι «περίκεινται ἀσθένειαν». Μέχρι τόν θάνατό της κράτησε τήν ἐκκλησιαστική της ζωή ὁλοζώντανη.

Ἡ πρώτη καμπάνα τῆς Ἐκκλησίας ἔπρεπε νά τήν βρεῖ εἴτε στόν ναό, ἤ τό πολύ καθ’ ὁδόν πρός τόν ναό. Ὄρθια παρακολουθοῦσε τόν ἑξάψαλμο καί τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ὄρθρου καί τῆς Θείας Λειτουργίας.

Στά γεράματά της χρειαζόταν συνοδό γιά νά πάει στή γιορτή τοῦ ἁγίου Δημητρίου στόν Κτενᾶ, πού ἀπεῖχε δυό χιλιόμετρα ἀπό τόν Σιδερᾶ. Ἐπειδή ὅμως ἔπρεπε νά εἶναι μέ τήν ἔναρξη τοῦ ὄρθρου στόν ναό, πηγαίναμε ἀπό τήν προηγούμενη μέρα!

Τήν πρώτη ἑβδομάδα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς κρατοῦσε τήν «ἐνάτη» μέχρι τοῦ ἁγίου Θεοδώρου. Αὐτό, στόν Πόντο, λεγόταν «ἁεθοδώρισμαν» καί σήμαινε πλήρη ἀποχή ἀπό φαγητό καί νερό μέχρι τίς τρεῖς τό ἀπόγευμα, καί μετά, ἅπαξ ξηροφαγία.

Ἡ εὐλάβειά της ἀποτυπώθηκε στή φράση πού ἐπαναλάμβανε συχνά στά ἐγγόνια της:

«Γιά ὅλα ὅσα κάνει μετανιώνει ὁ ἄνθρωπος. Μόνο γιά τήν προσευχή καί τίς μετάνοιές του δέν μετανοιώνει ποτέ»!

Σέ μιά ἀρρώστεια της, γύρω στά ἑκατό της χρόνια κι ἐνῶ φοβόμασταν ὅτι θά πέθαινε, ξύπνησε τό πρωί εὐδιάθετη καί μᾶς ἀποκάλυψε ὅτι τήν ἐπισκέφθηκε τή νύχτα ἡ Παναγία καί τῆς εἶπε: «Μή φοβᾶσαι. Θά γίνεις καλά». Ἔλεγε μάλιστα ὅτι τῆς χάιδεψε τά χέρια.

Τά χέρια δέ τῆς Παναγίας ἦταν τρυφερά σάν βαμβάκι, ὅπως ἔλεγε. Ὄντως ἔγινε καλά καί ἔζησε ἄλλα δέκα χρόνια. Πέθανε τό 1965 σέ ἡλικία 110 ἐτῶν, χωρίς νά ταλαιπωρήσει τά παιδιά καί τίς νύφες της καί σ’ αὐτά τά βαθειά της γεράματα…

Ἡ μνήμη της ἄς εἶναι αἰωνία!

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Δρ. Γεωργίου Τσακαλίδη «Αὐθεντικές ἱστορίες προσφύγων τοῦ Σιδερᾶ Κοζάνης», σελ. 460-465

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

Λυχνία Νικοπόλεως
Μηνιαῖον Περιοδικόν Ἱ. Μητροπόλεως Νικοπόλεως Πρεβέζης
Φεβρουάριος 2018 – Ἀρ. Φύλλου 415 – Ἔτος ΛΗ ́

Εἰκόνα ἀπὸ: Pinterest

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»