Ἱστορικὲς μαρτυρίες

«Κόσμος πέθανε τότε καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ θάλασσα»

Ἡ Σινώπη ἄρχισε ν’ ἀδειάζει στὰ 1922. Ὅταν ἔπεσε ἡ Σμύρνη, αὐτὸ τὸ μήνα ἄρχισε νὰ ἀδειάζει. Οἱ ἄντρες ὅλοι ἤμαστε ἐξορία. Ὅσοι εἴχαμε βρεθεῖ στὴν Κασταμονὴ μᾶς κρατοῦσαν στὴν Κασταμονὴ καὶ μᾶς ἔλεγαν νὰ κατέβουμε στὴν Ἰνέπολη νὰ φύγουμε ἀπὸ ἐκεῖ.

Ἐμεῖς, ὅμως, κάναμε μία ἐπιτροπὴ καὶ τὴ στείλαμε στὸν Κεμάλ, νὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ γυρίσουμε στὴ Σινώπη γιὰ νὰ πάρομε καὶ τὶς οἰκογένειές μας. Καὶ ὁ Κεμὰλ τὸ δέχτηκε καὶ μᾶς ἄφησαν.

Τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1922 πέρασε ἀπὸ τὴ Σινώπη ἕνα τούρκικο πλοῖο ποὺ τὸ λέγανε «Μπαχριτζιτίκ». Εἶχε πάει στὴν Τραπεζούντα γιὰ νὰ παραλάβει πρόσφυγες, κι ἐπειδὴ συνάντησε τρικυμία γύρισε πίσω στὴ Σινώπη.

Οἱ οἰκογένειες τῆς Σινώπης ποὺ θέλαν νὰ φύγουν συνεννοήθηκαν μὲ τὸν καπετάνιο πόσα λεφτὰ θέλει νὰ τοὺς πάει στὴν Πόλη, καὶ αὐτὸς δέχτηκε. Ἔτσι τὸ ναύλωσαν καὶ φύγανε γιὰ τὴν Πόλη. Αὐτοὶ ποὺ φύγανε ἦταν ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν νὰ πληρώσουν.

Ἔμειναν 100-200 οἰκογένειες, ποὺ ἦρθαν στὴν Ἑλλάδα ὕστερα ἀπὸ δυὸ χρόνια, ὅταν ὑπογράφηκε ἡ Συνθήκη τῆς Ἀνταλλαγῆς. Στὴν Πόλη ποὺ βγήκαμε δὲν μείναμε πολύ, μιά-δυὸ μέρες. Ἀπὸ κεῖ μπήκαμε σ’ ἑλληνικὸ πλοῖο.

Τὸ λέγανε «Ἀνδρέα Ἐμπειρίκο» καὶ ἦταν καρβουνιάρικο. Ὅλα τὰ καταστρώματα καὶ τ’ ἀμπάρια γέμισαν ἀπὸ κόσμο. Ἔπεσε καὶ ψείρα. Κάθε τόσο βγάζαμε τὰ ροῦχα μας καὶ ξεψειριαζόμαστε. Καὶ κόσμος πέθανε τότε, καὶ τοὺς ἔριξαν στὴ θάλασσα. Τὸ βαπόρι αὐτό, ποὺ πήγαινε σιγὰ σιγά, μᾶς ἔφερε κατευθείαν στὴ Λευκάδα.

Ἐκεῖ πολὺ καλὰ μᾶς φέρθηκαν. Μᾶς ἄνοιξαν τὰ σπίτια τους καὶ μᾶς δέχτηκαν, καὶ ἄνοιξαν καὶ τὶς ἐκκλησιές τους γιὰ νὰ χωρέσει ὅλος ὁ κόσμος. Ἐμεῖς ἤμαστε οἱ πρῶτοι πρόσφυγες ποὺ ἄφησαν τὴ Σινώπη…

Μαρτυρία Γεωργίου Ἰντζέπελη

***

«Χθὲς κήδεψα τὸν νοικοκύρη μου, πῶς νὰ σηκωθῶ νὰ φύγω;»

Ὅταν μᾶς σήκωσαν γιὰ τὴν ἐξορία (ἐννοεῖ τὴν ἐξορία τοῦ 1915-16) εἶχε πέσει χολέρα ἀπὸ τὴ Σινώπη ὣς τὴν Κέρζε. Πῆραν τοὺς ἄντρες μας καὶ τοὺς κλείσανε στὴ φυλακή, καὶ ἐμᾶς τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ μᾶς βγάλανε ἔξω ἀπὸ τὴν Κέρζε καὶ μᾶς ἔδωσαν κι ἀπὸ ἕνα κάρο γιὰ νὰ φορτώσουμε τὰ ροῦχα μας καὶ κανένα στρῶμα.

Μᾶς εἴπανε νὰ πάρομε λίγα ροῦχα μαζί μας, γιατὶ μονάχα τρεῖς μῆνες θὰ μείνομε στὴν ἐξορία. Γιὰ τρεῖς μῆνες μᾶς πήγανε καὶ μεῖς μείναμε τρία χρόνια.

Πρὶν νὰ φύγομε ἦρθαν Τοῦρκοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ρωσίας, ἀπὸ τὸ Βατούμ· τοὺς ἔφερε ἡ κυβέρνηση στὰ δικά μας τὰ σπίτια. Ἦρθαν γυμνοί, χωρὶς τίποτε καὶ βρῆκαν τὰ σπίτια μας γεμάτα καὶ κάθισαν. Ἀποβραδὶς μᾶς βγάλανε ἔξω στ’ ἀμπέλια καὶ κοιμηθήκαμε μέσα στὰ κάρα. Εἴχαμε καὶ χωροφύλακες ποὺ μᾶς φύλαγαν.

Τὸ πρωὶ βλέπομε ἀπὸ μακριὰ νὰ φέρνουν τοὺς ἄντρες μας ἀπὸ τὴ φυλακή. Δὲν τοὺς φέρανε κοντά μας, ἀπὸ μακριὰ τοὺς εἴδαμε ποὺ τοὺς περάσανε. Ὕστερα σήκωσαν κι ἐμᾶς καὶ σὲ μία ὥρα τοὺς ἀνταμώσαμε στὸ Κουλυκκιρανί (πρόκειται γιὰ τὸ τσιφλίκι τοῦ Κυριάκου Κουγιουμτζόγλου, ποὺ εἶχε καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Κέρζε).

Ἀπάνω στὸ δρόμο ποὺ πήγαινε στὸ Μποϊβὰτ ἔπεφτε τὸ Κουλυκκιρανί. Μετὰ μᾶς προχώρησαν κατὰ τὸ Μποϊβάτ. Ἐκεῖ σταματήσαμε. Ὅσοι εἴχανε συγγενεῖς κατάφεραν νὰ μείνουν στὸ Μποϊβάτ. Ἐμεῖς εἴχαμε ἕναν ἀνιψιὸ ποὺ ἦταν ράφτης καὶ μᾶς κράτησε. Τοὺς ἄλλους τοὺς πήγανε πιὸ μακριά, στὴν Κασταμονή, στὴν Ἄγκυρα, στὸ Τσάγκιρι.

Ὅσοι πῆγαν μακρύτερα δούλεψαν καλύτερα καὶ ζήσανε καλύτερα. Ἐμεῖς ἀπὸ τὰ ἕτοιμα τρώγαμε. Τὸ Μποϊβὰτ εἶχε γύρω του πολλὰ εὔφορα χωριά. Τὸ κρέας 2 δραχμὲς εἶχε, κι ἔδινες 1 δραχμὴ καὶ ἔπαιρνες μία σακούλα γιαούρτι.

Ἀπὸ τοὺς ἐξόριστους ποὺ ἦταν στὸ Μποϊβὰτ πολλοὶ πέθαναν. Ἡ κουνιάδα μου ἐκεῖ συγχωρέθηκε. Ὁ ἄνδρας μου μᾶς ἔδινε ὅλο ρύζι καὶ γιαούρτι νὰ τρῶμε γιὰ νὰ μὴν ἀρρωστήσουμε. Εἶχε πέσει ἀρρώστια, χολέρα ἦταν.

Σὲ μερικὲς οἰκογένειες πέθαναν πολλοὶ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀρρώστια. Ἐμεῖς τρώγαμε τὰ ἕτοιμα, ὁ ἄντρας μου τέχνη δὲν ἤξερε νὰ κάνει καὶ στενοχωριόταν. Ὅλο ξαπλωμένος ἤθελε νά ’ναι. Καὶ μία μέρα σκοτείνιασαν τὰ μάτια του.

Φωνάξαμε τὸ γιατρὸ καὶ μᾶς εἶπε πὼς ἔπαθε ἐγκεφαλικὴ συμφόρηση. Ἀπὸ στενοχώρια τὴν ἔπαθε. Κανένα χρόνο ἦταν ἔτσι. Ὅλο ξαπλωμένος ἦταν. Ὕστερα μᾶς εἶπε:

«Θέλω νὰ μὲ πᾶτε στὴν πατρίδα, νὰ πάω στοῦ πατέρα μου τὸ μνῆμα νὰ πεθάνω».

Πῶς νὰ τὸν πᾶμε ὅμως, ποὺ χρειαζόταν ἄδεια; Δὲν μπορούσαμε ἀκόμη νὰ γυρίσουμε στὰ μέρη μας. Τόσοι ἀπὸ τοὺς ἐξόριστους πέθαναν ἐδῶ καὶ τοὺς θάψανε ἐδῶ, τί νὰ κάνομε!

Εἴχαμε στὸ Μποϊβὰτ ἕναν Τοῦρκο ἀπὸ τοὺς πρόσφυγες, ἀπὸ τοὺς ματζίρηδες (ἐννοεῖ μουχατζίρηδες, ἀπὸ τὸ τούρκικο muhacir= πρόσφυγας), ὅπως τοὺς λέγαμε.

Αὐτὸς κάθιζε (ἐννοεῖ ἔμεινε) στὸ χωριὸ τοῦ πατέρα μου κι ἔκανε τὸν ἀγωγιάτη. Πῆρε τὸν ἄντρα μου καὶ κατέβηκε μέσα ἀπὸ τὰ βουνά, γιατὶ ἀπὸ τὸ δρόμο δὲν ἐπιτρεπόταν.

Μαζὶ μὲ τὸν ἄντρα μου πῆγε καὶ ἡ κόρη μου. Σὰν ἔφτασε στὸ σπίτι του, ὁ Τοῦρκος γείτονας τὸν ἔφερε μέσα στὸ σπίτι του. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ μὲ εἰδοποίησαν πὼς ὅσο πάει ὁ ἄντρας μου βαραίνει, καὶ νὰ κατέβω κι ἐγώ. Εἶχα κι ἕνα παιδὶ μαζί μου τεσσάρων-πέντε χρονῶ.

Παίρνω τὸ παιδὶ καὶ μέσα ἀπὸ τὰ βουνὰ κατεβαίνω στὴν Κέρζε. Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς μέρες γράφω καὶ στὴν ἄλλη κόρη μου ποὺ ἦταν στὸ Μποϊβὰτ νὰ κατέβει κι ἐκείνη. Μιὰ βδομάδα μετὰ ὁ ἄντρας μου συγχωρέθηκε.

Καθίσαμε γύρω του καὶ τὸν κλαίγαμε, καὶ παπὰ νὰ τὸν θάψουμε δὲν εἴχαμε. Πέντε-ἕξι οἰκογένειες ἑλληνικὲς εἶχαν κατέβει κρυφὰ γιὰ νὰ πάρουν πράγματα. Ὅλες γυναῖκες ἦταν. Κι αὐτὲς ἦρθαν νὰ κλάψουν μαζί μας. Τὴν ἄλλη μέρα πέρασε τυχαῖα ἀπὸ τὴν Κέρζε ὁ παπὰς ἀπὸ τὸ Τομούζ-Ἀλάν.

Πήγαινε στὴ Σινώπη γιὰ κάποια δουλειά του. Αὐτὸς ὁ παπὰς ἦρθε καὶ τὸν κήδεψε καλά. Τὸ ἄλλο πρωὶ ἦρθε ἕνας χωροφύλακας καὶ χτύπησε τὴν πόρτα μας. Εἶπε πὼς ἔπρεπε νὰ φύγομε. Σὲ ὅλες τὶς πόρτες ποὺ εἶχε Ἕλληνες κεῖνον τὸν καιρὸ στὴν Κέρζε πῆγε καὶ χτύπησε.

Χθὲς κήδεψα τὸν νοικοκύρη μου, πῶς νὰ σηκωθῶ νὰ φύγω; Πῆγα καὶ βρῆκα ἕναν Τσερκέζο πολὺ φίλο μας, τὸν Χατζαλή. Τοῦ εἶπα πὼς θέλουν νὰ φύγομε καὶ τὸν παρακάλεσα νὰ μὲ βοηθήσει. Ὁ Χατζαλὴς μοῦ εἶπε νὰ πάω τὴν ἄλλη μέρα στὸ δικαστήριο ποὺ θὰ ἦταν καὶ ὁ καϊμακάμης.

Μάζεψα ὅλες τὶς γυναῖκες καὶ πήγαμε τὸ πρωὶ ἔξω ἀπὸ τὸ δικαστήριο. Ἕνας φύλακας ποὺ ἦταν ἐκεῖ, ρώτησε: «Ποιά εἶναι ἡ Σιδηροπούλου; Μονάχα αὐτὴ θὰ περάσει. Οἱ ἄλλες θὰ περιμένουν ἀπέξω».

Πῆγα μέσα στὸ δικαστήριο. Ὁ Χατζαλὴς μὲ πῆρε καὶ μὲ πῆγε στὸν καϊμακάμη. Μοῦ εἶπε νὰ καθίσω. Μόλις κάθισα ἄρχισα τὰ κλάματα. Μοῦ λέει ὁ καϊμακάμης: «Μὴν κλαῖς, πέσε μου τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω».

Κι ἐγὼ τοῦ εἶπα γιὰ τὸν ἄντρα μου ποὺ πέθανε, γιὰ τὸν χωροφύλακα ποὺ ἦρθε καὶ μᾶς εἶπε γιὰ νὰ φύγομε. «Πῶς νὰ πᾶμε πίσω μὲ τὰ πράγματα ποὺ φέραμε;» Ὁ Χατζαλὴς ἄρχισε νὰ λέει γιὰ τὸ σόι τοῦ παπποῦ μου. Γιὰ τὸν παππού μου ποὺ ἦταν στὸ δικαστήριο, γιὰ τὸν πατέρα μου ποὺ δούλεψε κι αὐτὸς στὸ δικαστήριο. Αὐτὸς ὅλα τὰ εἶπε. Εἶπε πὼς εἴμαστε καλοὶ ἄνθρωποι.

Ὁ καϊμακάμης ἔβγαλε ἕνα χαρτὶ καὶ ἔγραψε κάτι στὰ τούρκικα. Ἐπειδή, λέει, γενιὰ πρὸς γενιὰ ἦταν οἱ δικοί μου καλοὶ ἄνθρωποι, ἔδινε τὴν ἄδεια νὰ μείνομε. «Καὶ χάρη σ’ ἐσένα», μοῦ εἶπε, «θὰ μείνουν καὶ οἱ ἄλλες γυναῖκες». Δὲν πέρασαν τρεῖς μῆνες καὶ γύρισαν καὶ οἱ ἄλλοι ἀπὸ τὶς ἐξορίες…

Μαρτυρία Ἀγγελικῆς Σιδηροπούλου

***

«Πῆρα τὸ χαρτὶ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πεθαμένους καὶ μ’ αυτό μπῆκα στὸ βαπόρι»

Στὰ 1920 ἤτανε, Ἰουνίου 3, ποὺ φύγαμε ἀπὸ τὸ χωριό μας. Τὰ «εἰσοδήματα» μαζεύαμε ἀπὸ τὰ χωράφια, καὶ ἦρθε εἰδοποίηση ἀπὸ τοὺς Τούρκους νὰ πᾶμε ὅλα τὰ ζῶα μας, ὅ,τι εἴχαμε, ἄλογα, γελάδια, νὰ τὰ παραδώσουμε στὸ τούρκικο χωριὸ Κουράν.

Ἐμεῖς φοβηθήκαμε καὶ γιὰ νὰ βροῦμε προστασία πήγαμε ὅλοι στὸ Κουράν, παραδώσαμε τὰ ζῶα καὶ μείναμε ἐκεῖ. Ὁ μουχτάρης ἤτανε φίλος μας, εἶπε, «καθίστε ἐδῶ, ὅ,τι μπορῶ θὰ κάνω».

Τὸ βράδυ ἤρθανε Τοῦρκοι τζανταρμάδες καὶ εἴπανε στὸν Τοῦρκο μουχτάρη τοῦ Κουράν: «Ὅσους γκιαβούρηδες ἔχεις, ὅλους θὰ μᾶς τοὺς παραδώσεις».

Ὁ μουχτάρης, γιὰ νὰ μᾶς γλιτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τους, εἶπε: «Νύχτα ἡ ὥρα ἐγὼ ἀνθρώπους δὲν μπορῶ νὰ παραδώσω. Αὔριο νὰ ἔρθετε νὰ τοὺς πάρετε».

Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ μᾶς λέει ὁ μουχτάρης: «Ἐγὼ ἄλλο δὲν μπορῶ νὰ σᾶς φυλάξω.Ὅταν ἔρθουνε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς παραδώσω. Τὸ μόνο ποὺ μπορῶ, εἶναι νὰ σᾶς βοηθήσω νὰ φύγετε τώρα, νὰ πᾶτε κρυφὰ στὴ Σαμψούντα».

Οἱ ἄνθρωποι μεταμφιεστήκανε καὶ φύγανε. Ἄλλος σαρίκι ἔβαζε, ἄλλος γυναικεῖα ροῦχα, ἄλλος ζητιάνος ἔγινε. Σκορπίσανε ἀπὸ κεῖ, ἄλλοι τραβήξανε γιὰ τὸ βουνὸ στοὺς ἀντάρτες, ἄλλοι τραβήξανε γιὰ τὴ Σαμψούντα. Οἱ γυναῖκες τραβήξανε γιὰ κεῖ, τὶς κυνήγησε ὁ στρατὸς καὶ τὶς χάσαμε.

Ἐγὼ πῆγα στὸ βουνό. Ἅμα πέρασε ἕνας χρόνος, μάθαμε πὼς οἱ Τοῦρκοι βγάλανε διαταγὴ πὼς ὅποιος παράδωσε πράματα μποροῦσε νὰ πάει νὰ τὰ πάρει. Τότες πῆγα ἐγὼ στὸ Κουράν, στὸ Χασὰν ἀγά, καὶ ζήτησα τὰ ζῶα ποὺ εἶχα παραδώσει.

Αὐτὸς εἶπε: «Νὰ πᾶμε στὴ Σαμψούντα νὰ σοῦ δώσω 70 παγκανότες, νὰ ξεχρεώσουμε». Τὸ βράδυ ἔμεινα ἐκεῖ, τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ φύγαμε μαζὶ νὰ πᾶμε Σαμψούντα. Ἐκεῖνον καβάλα στὸ ἄλογό του, ἐγὼ πεζὸς ἀπὸ πίσω.

Ἅμα φτάσαμε στὴ Σαμψούντα στὸν φράγκικο μαχαλά, μᾶς σταματήσανε τζανταρμάδες. Ὁ Χασὰν ἀγὰς μὲ παράτησε κι ἔφυγε. Ὁ τζανταρμὰς μὲ ρώτησε: «Πόσους Τούρκους σκότωσες ἐσύ;»

«Κανένα», τοῦ εἶπα, «δὲ σκότωσα».

Αὐτὸς δὲν ἄκουσε τίποτε. Μὲ πῆγε στὴν ἀστυνομία. Ἐκεῖ μὲ κρατήσανε δυὸ ὧρες καὶ μ’ ἀφήσανε ἐλεύθερο. Δὲν βρήκανε τίποτα ἐναντίον μου. Πῆγα καὶ ζήτησα χρήματα ἀπὸ τὸν Χασάν. «Δεκάρα δὲν ἔχω», μοῦ εἶπε καὶ μὲ ἔδιωξε. Δὲν εἶχα δικαίωμα καὶ νὰ πολυφωνάξω, γιατὶ μπορεῖ νὰ μὲ ξαναπιάνανε.

Ὕστερα ἀπὸ λίγους μῆνες πιάσανε μέσ’ τὴ Σαμψούντα διακόσια παλικάρια καὶ μένα μαζὶ καὶ μᾶς στείλανε ἐξορία. Πρῶτα πήγαμε στὸ Σιβὰς κι ἀπὸ κεῖ μᾶς προχωρήσανε στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Τουρκίας. Πήγαμε Ἐρζερούμ, ἀπὸ κεῖ μᾶς φέρανε πρὸς τὰ σύνορα τῆς Ρωσίας στὸ Ἀρταχὰν καὶ στὸ Σουλτάνσελιμ.

Ἐκεῖ ἤμασταν καὶ βγῆκε διαταγὴ πὼς μᾶς «χαρίζονται οἱ ποινὲς» καὶ μᾶς δίνουνε «ἄδεια» νὰ φύγουμε. Ἀπὸ κεῖ μὲ τὰ πόδια φτάσαμε στὴν Τραπεζούντα. Στὴν παραλία ἤτανε γεμάτο κόσμος, ἄντρες, γυναῖκες, παιδιά, νέοι καὶ γέροι. Περιμένανε ὅλοι νὰ ἔρθει τὸ βαπόρι νὰ μποῦνε νὰ φύγουνε. Τρεῖς μῆνες καθίσαμε στὴν Τραπεζούντα.

Φαΐ, πιοτὶ δὲν εἶχε, ἅμα δὲν εἶχε ἡ τσέπη σου χρήματα. Πῆγα καὶ δούλεψα σ’ ἕναν Τοῦρκο, ποὺ εἶχε ξενοδοχεῖο. Ἰσεὴμ τὸν λέγανε. Πολὺ καλὸς ἄνθρωπος, σωστός. Μιὰ Κυριακή, θυμοῦμαι, πρωί, βγῆκα ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖο νὰ πάω σὲ μία ἐκκλησία νὰ κάνω τὸ σταυρό μου καὶ ν’ ἀνάψω ἕνα κερί.

Μὲ εἶδε ἕνας ἄλλος, μὲ ρώτησε ποῦ πάω καὶ ὅταν τοῦ εἶπα πὼς πάω στὴν ἐκκλησία, ἀγρίεψε καὶ ἤθελε νὰ μὲ στείλει ἀγγαρεία. Ἄκουσε ὅμως ὁ Ἰσεήμ, βγῆκε ἔξω καί, ὅταν τοῦ εἶπα τί ἔγινε, ἔβρισε τὸν ἄλλο Τοῦρκο καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲν ντρέπεσαι νὰ μὴν ἀφήνεις τὸν ἄνθρωπο νὰ προσκυνήσει τὴ θρησκεία του;»

Εἴδαμε καὶ ἀποείδαμε, ὅμως, πὼς στὴν Τραπεζούντα δὲ θὰ μπορούσαμε νὰ μποῦμε σὲ πλοῖο, καὶ ἀποφασίσαμε καὶ φύγαμε γιὰ τὴ Σαμψούντα. Δεκαοκτὼ μέρες ποδαρόδρομο κάναμε νὰ πᾶμε ἀπὸ Τραπεζούντα στὴ Σαμψούντα. Κι ἐκεῖ γεμάτο ἤτανε τὸ «περιθαλάσσιο» ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ περίμενε νὰ φύγει μὲ τὰ βαπόρια.

Ἐκεῖ ἔμαθα πὼς γιὰ νὰ μπεῖς στὸ βαπόρι καὶ νὰ φύγεις ἔπρεπε νὰ ἔχεις χαρτὶ τακτοποιημένο ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἐγὼ τέτοιο χαρτὶ δὲν εἶχα. Γιὰ νὰ παρουσιαστῶ καὶ νὰ ζητήσω, φοβήθηκα νὰ μὴν ἀνοίξω ἱστορίες. Μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους κάμποσοι πεθάνανε, πῆρα τὸ χαρτὶ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πεθαμένους καὶ μ’ αὐτὸ μπῆκα στὸ βαπόρι.

Ξένο βαπόρι ἤτανε, ἰταλικό, αὐστριακό, δὲν ξέρω. «Lloyd» τὸ λέγανε. Μᾶς ἔφερε ἴσια στὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ τὴν Πόλη περάσαμε ἀλλὰ δὲν σταθήκαμε καθόλου.

Πήγαμε πρῶτα Πειραιά, ἐκεῖ δὲν ἀφήσανε νὰ βγοῦμε. Εἴπανε ὁ Πειραιὰς γέμισε πρόσφυγες, δὲ χωρᾶνε ἄλλοι. Μᾶς πῆγε τὸ πλοῖο στὴν Πρέβεζα. Ἐκεῖ μᾶς βγάλανε στὸ λιμάνι καὶ μᾶς παρατήσανε. Ἔξω στὸ δρόμο μέναμε. Ἀπὸ κεῖ ὁ καθένας ὅπου ἤθελε πῆγε.

Ἐγὼ ἄκουσα πὼς ἔγινε προσφυγικὸ χωριὸ ἔξω ἀπὸ τὴν Πρέβεζα καὶ εἶναι καὶ ἄλλοι πατριῶτες ἀπὸ χωριὰ τῆς Σαμψούντας καὶ πῆγα.

 Τελείωνε τὸ 1924 ποὺ ἐγκαταστάθηκα στὴ Νέα Κερασούντα. Μᾶς δώσανε κλῆρο ἐκεῖ κι ἀρχινίσαμε πάλι τὴ ζωή μας ἀπὸ τὴν ἀρχή…

Μαρτυρία Ἀλέξιου Ἀναστασιάδη
(Λιβούνια ἢ Νέα Κερασούντα Ἄρτας)

Ἀπὸ τὸ λεύκωμα Ἡ Ἔξοδος τοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦ Πόντου, Κέντρο Μικρασιατικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Ἡ Καθημερινή.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 25ο – Τεῦχος 270 – Μάϊος 2015

Εἰκόνα ἀπὸ: hellenicresearchcenter

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»