Από το βιβλίο «Παραμύθια» του Γεώργιου Δροσίνη

Ο Δροσίνης  γράφει: «Ο παππούς ξαπλώθηκε στη μεγάλη πολυθρόνα του και τα εγγόνια του, δύο ξανθά παιδάκια, κάθησαν  γύρω του ν’ ακούσουν την ιστορία, που θα τους πη.

–  Δεν ξέρω κ’ εγώ πώς, μια μέρα, όταν ήμουν πολύ νέος, ενώ  γύριζα στα βουνά, έχασα το  δρόμο μου και βρέθηκα σ’ έναν τόπο έρημο, αγνώριστο και πολύ άγριο.

Δεξιά κι’ αριστερά έβλεπα  γκρεμούς, προς τα κάτω έναν κατήφορο ατελείωτον και προς τα πάνω ανήφορο πάλι ατελείωτο. Κάτω- κάτω, εκεί που τελείωνεν ο κατήφορος, μόλις ξεχώρισα έναν ωραίο κήπο γεμάτον άνθη.

Από το άλλο μέρος, στην κορυφή του βουνού, δεν έβλεπα παρά χώματα και βράχους. Καμμία ευωδία δεν έρχουνταν από  κει και μόνον άγριες φωνές από γεράκια, που πετούσαν ψηλά στον αέρα.

Στάθηκα με απορία. Πώς  βρέθηκα; δεν θυμόμουν. Από πού ήρθα; δεν ήξερα. Πού να πάω τώρα; Δεξιά κι αριστερά γκρεμνοί. Μπροστά ανήφορος. Προτιμότερος ο κατήφορος.

Και τραβούσα κατά τον κατήφορο, όταν άξαφνα άκουσα φωνές. Γύρισα το κεφάλι και είδα από το μέρος της κορφής του βουνού πλήθος ανθρώπων που κατέβαιναν. Πήγαινε  μπροστά μια  γυναίκα με  παρδαλά φορέματα, νέα, ψηλή και καλοκαμωμένη.

Κι’ όλοι την περιτριγύριζαν και της φώναζαν σαν τρελλοί και κουνούσαν τα χέρια με παράξενο τρόπο. Εκείνη  έβαζε το χέρι της σ’ ένα καλάθι που κρατούσε στην αγκαλιά της, έβγαζεν από κει πράματα πολλά και διάφορα και  τα μοίραζε  δεξιά κι’ αριστερά ή τα σκόρπιζε γύρω της.

Άμα πλησίασαν αποφάσισα να ρωτήσω:

– Καλή κυρία, που πηγαίνει αυτός ο δρόμος;

Κοντοστάθηκε και μ’  αντίκρυσε. Τότε είδα καλά την όψη της και παρατήρησα πως ήταν τυφλή!  Τυφλή και την ακολουθούν όλοι αυτοί που έχουν μάτια; Παράξενο!

– Ο δρόμος αυτός πηγαίνει στην ευτυχία. Έλα μαζί μου κ’ εσύ αν θέλης να πας εκεί. Μου αποκρίνεται με γλυκύτατη  φωνή.

Άξαφνα ένα χέρι ακούμπησε στον ώμο μου. Τρόμαξα και γύρισα να ιδώ ποιος ήταν. Και βλέπω μιαν ηλικιωμένη  γυναίκα μαυροφορεμένη, με συμπαθητικό πρόσωπο και με μεγάλα γλυκά μάτια:

– Στάσου !  Μου λέει με φωνή παρακλητική.

 – Τι ζήλεψες και την ακολουθείς; Δεν βλέπεις την προκοπή όλων αυτών που πηγαίνουν μαζί της.

Εγώ  δεν ήξερα τι να κάνω. Το πρόσωπο της  ηλικιωμένης μου έδινε περισσότερη εμπιστοσύνη. Η νέα ήτον ζωηρότερη, ευθυμότερη. Έπειτα με τρόμαζεν ο ανήφορος, ενώ ο κατήφορος φαίνονταν πολύ εύκολος … Τότε γυρίζω και λέω της ηλικιωμένης.

– Μα ποια είναι λοιπόν αυτή η τυφλή, που σέρνει μαζί της τόσους άλλους με ανοικτά μάτια;

– Δεν  την ξέρεις και ήθελες να πάς μαζί της; Είναι η Τύχη.

– Η Τύχη! Φώναξα με θυμό και ξέφυγα από τα χέρια της. Τόσον καιρό ζητώ και μόλις κατόρθωσα να την εύρω, μ’ έκανες εσύ να τη χάσω! Ποια είσαι λοιπόν;

– Εγώ παιδί μου, είμαι η Υπομονή. Εγώ δεν έχω να σκορπίσω γύρω μου ψεύτικα χαρίσματα στα τυφλά, όπως η Τύχη, ούτε θέλω να  τάξω την ευτυχία σε κανέναν για να ξεγελάσω και να τον πάρω μαζί μου.

Για να φτάσης ως την κορυφή του βουνού θα κοπιάσης πολύ. Όμως ο κόπος σου κι’ ο ύπνος θα είναι γλυκύτατοι.

– Έλα να πηγαίνωμε πριν  νυκτωθούμε στο δρόμο. Η μέρα της ζωής  δεν είναι μεγάλη.

Ο παππούς στάθηκεν άξαφνα για να πάρη μια πρέζα ταμπάκου, ενώ τα εγγόνια του τον κύτταζαν ανυπόμονα στα μάτια και πρόσμεναν το τέλος της ιστορίας του.

Στα στερνά το μικρότερο, μια ξανθούλα έξι χρόνων, δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε:

– Λοιπόν, παππού, έφτασες απάνω στο βουνό;

Ο παππούς άπλωσε το χέρι στα ξανθά της τα μαλλάκια, την χάϊδεψε και της είπε με συγκινημένη φωνή:

– Μικρούλα μου, αν δεν έφτανα εκεί, δεν θα ήμουν παππούς σας σήμερα και δεν θα σας έλεγα αυτή την ιστορία».

Πηγή: Γ. Δροσίνης – Παραμυθογράφος και Παραμυθοποιός

Εικόνα από: Pinterest

το «σπιτάκι της Μέλιας»