Κείμενο : Γιώργος Γαλάτσης – Μ. Πέμπτη – 2022

Κάτω από την πλαγιά ενός λόφου – Γολγοθάς τό όνομα του – είχαν βλαστήσει κάτι όμορφα άνθη πού τά λέγανε παπαρούνες. Ήταν Απρίλης μήνας. Κάτι φωνουλες παιδικές ακούστηκαν.

– Γιαγιά – γιαγιά , θά μας πεις πάλι την ιστορία Της Σταυρώσεως Τού Χριστού πού διαδραματίστηκε πριν από πολλά χρόνια;

– Ναι αγαπημένα μου βλαστάρια, μαζευτείτε όλα μαζί κοντά μου νά σάς την διηγηθώ. Πρίν από πολλά χρόνια, όταν μπήκε η άνοιξη, σέ τούτο τόν λόφο, από άκρη σε άκρη, λογής- λογής άνθη είχαν βλαστήσει παντού. Κάπου εκεί ήμασταν και εμείς. Ήταν ημέρα Παρασκευή. Ξαφνικά, ακούσαμε φωνές άγριες, και κραυγές. Κόσμος αρκετός κατευθύνονταν προς την κορυφή του λόφου. Από στόμα σε στόμα, το ένα άνθος στο άλλο ενημέρωνε τί συνέβαινε.

-ΚΑΜΠΑΝΟΥΛΑ: Ο Πλάστης μας , ο Δημιουργός μας, τούτη την ώρα οδηγείται υπό ανομων στην σταυρική θυσία. …

-ΖΑΦΟΡΑ: Όλα μαζί στεναζαμε και αναρωτιόμασταν , γιατί …

-ΠΕΡΙΚΟΚΛΑΔΑ: Αυτός πού με τά Χέρια Του τά Ευλογημένα δημιούργησε τόν κόσμο, μας έδωσε τό νερό, την τροφή, τόν αέρα, την βροχή, τό χιόνι…

-ΑΝΕΜΩΝΗ: Αυτός πού έφτιαξε τίς τέσσερις εποχές, τόν χειμώνα, την άνοιξη, τό καλοκαίρι, τό φθινόπωρο…

-ΑΚΑΝΘΟΣ: Αυτός πού έδωσε ζωή, πνοή στον άνθρωπο και τον κατέστησε βασιλιά σέ όλη την γη…

-ΜΟΛΟΧΑ: Αυτός πού εποπτεύει τά πάντα στην γη και στον ουρανό, αυτός πού δημιούργησε το σύμπαν, τούς αστέρες…

-ΤΟΥΛΙΠΑ: Αυτός πού ήρθε στην γη, έλαβε ανθρώπινη σάρκα, έκαμε τόσα πολλά θαύματα σέ αρρώστους, σέ τυφλούς, σέ αναπήρους…

-ΙΡΙΣ: Αυτός πού ανέστησε τόν Λάζαρο, και την κόρη του Ιαειρου…

-ΠΑΙΩΝΙΑ: Αυτός πού ήλθε για νά σηκώσει τίς αμαρτίες όλου του κόσμου επάνω του, και νά χαρίσει την αιώνια ζωή…

-ΚΡΙΝΟ: Αυτός… ό αθώος , αυτήν την στιγμή, οδηγείται στην Σταυρική Θυσία καί πάσχει διά όλον τον κόσμο…

-ΑΣΦΟΔΕΛΟΣ: Κοίτα χαμομήλι μου, κοίτα τριαντάφυλλο, ποιός είναι αυτός πού σέ φροντίζει, ποιός είναι αυτός που σέ αγγίζει τίς νύχτες και τίς μέρες, καί σού έχει χαρίσει αυτήν την υπέροχη ομορφιά καί λάμψη…

-ΟΡΧΙΔΕΑ: Τούτος ό αθώος πού ανεβαίνει πάνω στον λόφο του Γολγοθά με τόν Σταυρό στην πλάτη καί τόν μαστιγώνουν και τον υβρίζουν, καί τόν βασανίζουν όλοι αυτοί οι αθεοφοβοι , τί ντροπή…

Καί συνέχισε την διήγησή της ή γιαγιά παπαρούνα:

– Βλαστάρια μου, ή αχαριστία είναι ή πηγή όλων. Μα κοιτάτε, πήραν αγκάθια και τά τοποθέτησαν στην Αγία Κεφαλή Του, σέ τούτον πού με την Σοφία Του έκαμε τά πάντα . Ή ώρα περνούσε καί εγώ έβλεπα τά Φρικτά Μαρτύρια και Πάθη Του καί ντρεπόμουν. Καθόμουν κάτω από τόν Σταυρό καί έκλαιγα γοερως. Τούτος ό Ευλογημένος δεν έβγαζε μιλιά καί δεχόταν αγογγυστα το μαρτύριο, ωσάν ακακο αρνάκι όλους τους βασανισμούς.

Τό χαμομήλι κλίνοντας τό κεφάλι του με βαθιά συγκίνηση, πήρε τό λόγο και είπε λίγα λόγια από τόν Προφήτη Ησαΐα:

-«Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει. Αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτόν. τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσαΐου νγ΄ 4-5

«Ανομίαν ουκ εποίησεν ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (Ησ. 53,9)

Καί συνέχισε την διήγηση της, ή γιαγιά παπαρούνα.

-Σιγή ατελείωτη , μόνον φωνές άγριες και χυδαίες ακούγονταν από τούς στρατιώτες. Κάποια στιγμή ακούστηκε από το στόμα του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λούκ. 23,34).

«Τετέλεσται».

Κάτω από τόν Σταυρό, ένας εκ των στρατιωτών, ό Κεντυριων Λογγίνος -ό Εκατόνταρχος -πήρε την λόγχη καί τρύπησε την δεξιά πλευρά Του. Καί τότε μικρά μου, ξεχύθηκε αίμα καί ύδωρ καί οι σταγόνες αυτές πού ήταν κόκκινες, μας περιελουσαν εμάς τίς παπαρούνες καί από εκείνη την στιγμή, την ημέρα εκείνη τής Μεγάλης Παρασκευής, όλες μας πήραμε τό χρώμα τό πορφυρό. Βαπτιστηκαμε καί λουστηκαμε με τό Θείο Αιμα Του Δημιουργού. Μάλιστα , όταν έγινε η Αποκαθήλωση Τού Χριστού, οι δύο άνδρες – ό Ιωσήφ ο Αριμαθαίας και ό Νικόδημος – σιγά σιγά κατέβασαν με μεγάλη προσοχή τό σώμα από τόν Σταυρό και τό εναπόθεσαν κάτω στο έδαφος αφού προηγουμένως, είχαν απλώσει σεντονι καθαρό, για νά τυλίξουν τόν Κύριο εκεί μέσα καί νά τόν οδηγήσουν είς τόν τάφο.

Όλα τά άνθη τριγύρω κλαιγαμε μαζί με την Παναγία – την Μητέρα Του – και όλους τους παρευρισκομένους έμπροσθεν του Θείου Δράματος. Θρηνουσαμε όλοι, οι πάντες, ή φύση , ό ουρανός, τά πάντα, . Κατά την διάρκεια πού συνόδευαν τό σώμα του Χριστού στον τάφο ό Ιωσήφ ό Αριμαθαίας και ό Νικόδημος μέσα από τίς αυλές των σπιτιών και πέριξ αυτών , πλήθος λουλουδιών μα και φυτών είχαν σκύψει κάτω καί έκλαιγαν… Ή Ορτανσία, ή Βιγονια, τό Γιασεμί, τό Τριαντάφυλλο, ή Αμαρυλλίδα, ή Γαρδένια, τό Γεράνι, ή Ντάλια, οι Γλαδιολες, ό Κρίνος τής Παναγίας, τό Κοραλι, ό Κατιφες, τό Γαρύφαλλο, τό Αγιοκλημα, τό Ζουμπούλι, τό Ωραιοφυλλο, ή Φτέρη, και τέλος ή Βιολέτα. Καί όλα μαζί με την δική τους φωνή , σάν μία μικρή χορωδία βροντοφωναξαν:

“Προσκυνούμεν Σου Τά Πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν”.

το «σπιτάκι της Μέλιας»