της Αμαλίας Φλέγγα

Βάγια , Βάγια των Βαγιών,
τρώνε ψάρι και κολιό,
και την άλλη Κυριακή
τρώνε το ψητό αρνί….

Βρισκόμαστε στη μέση του Απρίλη, η φύση και οι άνθρωποι ετοιμάζονται να υποδεχτούν τη μεγάλη γιορτή της Ανάστασης του Χριστού. Τα χωριά ετοιμάζονται να υποδεχτούν τα ξενιτεμένα τους πουλιά. ξενιτεμένο πουλί κι εγώ, τέτοιες μέρες γυρίζω πίσω στα παιδικά μου χρόνια αναπολώντας στιγμές ξεθάβοντας απ’ το χρονοντούλαπο των αναμνήσεων έθιμα, ετοιμάζομαι να πάρω το σύντομο έστω δρόμο της επιστροφής στο πατρικό σπίτι.

Και κάπως έτσι ανάμεσα σε μνήμες και πραγματικότητα κυλώντας ο γέρο χρόνος τη ρόδα του φτάνουμε στο Μεγαλοβδόμαδο!!

Μέσα απ αυτό το χρονοντούλαπο και αφού με τσιγκλήσανε λιγάκι τα πατριωτάκια μου άρχισα να ξαραχνιάζω τις μνήμες των παιδικών χρόνων στο χωριό. Μετά το Σάββατο του Λαζάρου, έρχεται η Κυριακή των Βαγιών, η οποία γιορτάζεται σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.

Όλες οι εκκλησιές στολίζονται με κλαδιά από βάγια.

Στο χωριό τα βάγια έφερναν στην εκκλησία τα νιόπαντρα ζευγάρια, για το καλό του γάμου τους, αν και μεταξύ μας μόνο τις νύφες, θυμάμαι να τα πηγαίνουν, για να μην αδικήσω τους γαμπρούς…. αυτοί μάλλον τα έκοβαν, αν μια νύφη στη διαδρομή για την εκκλησιά συναντούσε μια άλλη νιόνυφη τη χτυπούσε με μια κλωνάρα βάγια.

Τα βαγιοχτυπήματα μάλλον γίνονταν για το κακό μάτι, αλλά και γιατί πίστευαν ότι έχουν ιαματικές, αποτρεπτικές αλλά και γονιμοποιείς ιδιότητες.

Για τον ίδιο λόγο φεύγοντας από την εκκλησία τη μέρα των βαγιών, γυναίκες και παιδιά περνούσαν από τα μποστάνια και τις στρούγκες και «βατσάνωναν» τα δέντρα και τα πρόβατα, ώστε να καρποφορήσουν ή να γεννήσουν.


Η μάνα μου μας έστελνε να «περάσουμε» ένα χέρι τα κηπευτικά με μεγάλη προσοχή μη σπάσουμε κανένα γιατί τότε θα μας περνούσε απ’ το δικό της χέρι… για να μην πιάσουν σκουλήκι, όπως έλεγε.

Τα βάγια έμπαιναν στο σπίτι και έδιωχναν όλα τα κακά, ένα κλωνί το έβαζαν στο εικονοστάσι και μ αυτά «κάπνιζαν» τα παιδιά για να φύγει το κακό μάτι. Τώρα αν όντως έφευγε το μάτί η τα παιδιά ζαλίζονταν απ τον καπνό και ηρεμούσαν δεν θα το μάθει κανένας.

Τα περισσότερα πάντως κλαδιά κατέληγαν σε αποθήκες και κατώγια. με προορισμό την κατσαρόλα με τη φακή… και κάποια αρτύσιμα φαγητά, που ας μην τα θυμηθούμε καλύτερα, μέρες που είναι.

Πηγή: Γαρδικιώτικες κουβέντες…

το «σπιτάκι της Μέλιας»