Κωστής Ν. Ζερβάκης

Με το «Λάζαρε δεύρο έξω» αρχίζει η βδομαδιάτικη πορεία από την μικρή Ανάσταση του Λαζάρου προς την Μεγάλη και Οικουμενική Ανάσταση του Ναζωραίου.

Σε μια τέτοια μέρα αναχώρησε και ο παππούς για το στερνό του ταξίδι, λες και πήρε τη θέση του Λάζαρου στον Κάτω Κόσμο.

Η μάνα μας, τη μέρα κείνη, μας έλεγε μια μικρή στιχομυθία. «Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη από πήγες; Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους».

Οι παιδικές αναμνήσεις ανασύρονται χωρίς πολλά, πολλά, από τις πρόσφατες. Πάντα ανεστορούμαι τον πρώτο μου δάσκαλο, τον Μήτσο, που με ρωτούσε συχνά, «πως τα πας Κωστή με την πρόσφατη μνήμη;» Και συμπλήρωνε, «εγώ χάλια».

Τα παιδιά με το εικόνισμα του Λαζάρου, τα βάγια και το καλάθι με τ’ αβγά, βγαίνουν πρώτα στην επιφάνεια, είναι τα κάλαντα του Λαζάρου.

Παράπονο το ‘χα που δε μ’ αφήνανε οι δικοί μου, να συμμετέχω κι εγώ σε κάποια παιδική ομάδα και να ψάλλω τα κάλαντα. Σε τι να βλάψουν ή να πληγώσουν τα Λαζαράκια μια παιδική ψυχή;

Όπως είπε και ο Μανώλης όταν πήγε στην γειτόνισσα την Καλλιόπη να πει το Λάζαρο. «Καλλιόπη να πω το Λάζαρο; Μας τον είπανε Μανώλη. Και βλάφτει ο Λάζαρος Καλλιόπη;»

Μια παρέα παιδιών από την Τουρλωτή, πήγε στην Μυρσίνη να πει τα κάλαντα. Γεμίσανε το καλάθι τίγκα αβγά.

Στην επιστροφή καθώς προσπαθούσαν να περάσουν τον ‘Ορνια – τον ποταμό που είναι ανάμεσα στα δυο χωριά με το λιγοστό νεράκι – χωρίς να βρέξουν τα παπούτσια τους, γλίστρησε αυτός που κρατούσε το καλάθι με τ’ αβγά πάνω σε μια μαγλινή πέτρα και γίνανε όλα τ’ αβγά, αβγοτάραχο!

Η Κυριακή των Βαϊων ήτανε και είναι μια ξεχωριστή μέρα. Έχω να πω πως χάζευα την πομπή γύρω από την εκκλησία «μετά Βαϊων και Κλάδων (ελαίας)» καθώς και την σπιτική ψαρόσουπα κατά το μεσημεριάτικο τραπέζωμα.

Το βράδυ άρχιζε και αρχίζει βεβαίως, μέσα στις εκκλησίες η εβδομάδα των Παθών με το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…» που συνεχίζεται μέχρι τη Μ. Τρίτη με το τροπάριον της Κασσιανής, «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή…»

Την Μ. Τετάρτη, η μάνα μας, μας έλουζε, μας στόλιζε με καθαρά ρούχα και μας πήγαινε στο ευχέλαιο, να μας μυρώσει ο παπάς και να μεταλάβουμε ταδέ αύριο, Μ. Πέμπτη πρωί.

Την Μ. Πέμπτη το πρωί μετά τη Θεία Λειτουργία, η μάνα μας, μας έστρωνε στη δουλειά. ‘Ολη μέρα πλάθαμε καλιτσούνια και κουκνίκους, αφού βάφαμε πρώτα τα κόκκινα αβγά.

Την Ακολουθία της Μ. Πέμπτης το βράδυ, να πω την αμαρτία μου, δεν την συμπαθούσα. Αυτό, από το πρώτο Ευαγγέλιο που με πονοκεφάλιαζε γιατί δεν είχε τελειωμό.

Μα σαν έβγαινε ο σταυρός και γέμιζε ψαλμωδίες η εκκλησία με το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…» ξεθόλωνε ο νους μου. Απ’ εκεί κι έπειτα, έφευγα κρυφά για να μη με δει η μάνα μου που έφευγε τελευταία και πήγαινα γεραερά στο σπίτι για ύπνο.

Η Μ. Παρασκευή ήταν για μένα η πιο καλοδεχούμενη μέρα. Ο λόγος, τα Εγκώμια και η περιφορά του Επιταφίου. Έμπαινα κι εγώ διστακτικά στη χορωδία για να μη με δει ο δάσκαλος και με πετάξει έξω ως παράφωνο, όπως έκανε συχνά κατά το μάθημα της Ωδικής.

Κατά την περιφορά του Επιταφίου οι γειτονιές λάμπανε στο φως των κεριών. Σε κάθε σπίτι στεκότανε ο Παπάς και μνημόνευε τους νοικοκυραίους κι αυτοί, «συν γυναιξί και τέκνοις», περνούσανε κάτω από τον Επιτάφιο δυο φορές. Πάνε κι έλα.
Το Μ. Σάββατο δεν περνούσε γρήγορα, λόγω προσμονής της Λαμπρινής Μέρας.

Όλη τη μέρα, η προγιαγιά μας, η Μπροκοπούλα, σιγοψιθύριζε το τραγουδάκι της «Μ. Σαββάτο και πώς να σε περάσω, απού ‘χεις δυο πρωινά και δύο μεσημέρια και δυο απομεσήμερα κι ακόμη έχεις μέρα».

Κάποια στιγμή έφευγα για τη Μυρσίνη. Στη Θεια μου την Κατίνα, τη Ράφταινα. Δεν είχε κοπέλια κι ήταν η χαρά της, να γεμίζουν το σπίτι της τ’ ανίψια της. Κατηφόριζα προς τον ποταμό κι ανηφόριζα.

Σε όλη τη διαδρομή παράσταινα τους σοφέρηδες. Ήμουν ταυτόχρονα αμάξι και σοφέρης. Βούιζα όπως η μηχανή. Κόρναρα κιόλας. Έκανα τα χέρια μου τιμόνι.

Τα έστριβα πότε δεξιά και πότε αριστερά ανάλογα με τις στροφές του δρόμου και με δυο ασκελιές, που λέει ο λόγος, έφτανα στο σπίτι της θειας μου. Την εύρισκα να πλάθει τα καλιτσούνια.

Πάντα τα έπλαθε το Μ. Σάββατο, γιατί ο άντρας της, ο ράφτης, τα ‘θελε φρέσκα τη Λαμπροφόρο Μέρα. Τη βοηθούσα κι εγώ στο πλάσιμο και στο άναμμα του φούρνου.

Έσπρωχνα στη μπούκα του φούρνου τα χαμόκλαδα, θύμους και φασκομηλιές. Κι όταν τα ‘βαζα πιο μέσα φουναρίζανε και γέμιζε ο τόπος με μοσκοβολιές κι αρώματα!

Και σαν ξεφουρνίζαμε, άλλα αρώματα κι άλλες μοσκοβολιές! Το σούρουπο, αφού πρώτα, μου γέμιζε η θεια μου ένα σακούλι απ’ όλα τα καλούδια της, αναχωρούσα για την Τουρλωτή με τον ίδιο τρόπο.

Το βράδυ του Μ. Σαββάτου δειπνούσαμε για τελευταία φορά με νηστίσιμα. Συνήθως νερόβραστη σούπα με λεμόνι και χωρίς λάδι. Κοιμόμασταν νωρίς. Ξυπνούσαμε με τα σημαντήρια.

Η καμπάνα, μας καλούσε για την Ανάσταση. Στη στιγμή, οι δρόμοι του χωριού γεμίζανε κόσμο. Όλοι τρέχανε στην εκκλησιά καλοντυμένοι και με τις λαμπάδες στο χέρι.

Με το «δεύτε λάβετε φως» η εκκλησιά έλαμπε και με το «Χριστός Ανέστη» άρχιζε το λαμπριάτικο πανηγύρι. Η φουνάρα, το κάψιμο του Ιούδα, οι αυτοσχέδιες τρακατρούκες, το τσούγκρισμα των κόκκινων αβγών και οι ευχές.

Η κρεατόσουπα μας περίμενε στο σπίτι ζεστή, ζεστή και με λίγο βραστό κρέας. Το ψητό έβγαινε από το φούρνο, το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα.

Ένα μπουκέτο αρωματισμένο με τις παιδικές μου αναμνήσεις έφτιαξα, για να το προσφέρω με αγάπη, ευχόμενος συγχρόνως ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ.

ΚΩΣΤΗΣ Ν.ΖΕΡΒΑΚΗΣ
ΠΑΣΧΑ 2021

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

Tουρλωτιανά Nέα
Τριμηνιαία έκδοση του Συλλόγου Τουρλωτιανών Αττικής
Τεύχος 118 – Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 2021

Εικόνα από:twitter

το «σπιτάκι της Μέλιας»