Αργυριάδης Βασίλης

Από μικρός είχε ζήσει μέσα στην εκκλησία. Και μεγαλώνοντας πάλευε να γίνει ευσυνείδητος χριστιανός. Πάλευε να δει στη ζωή του τις εντολές του Θεού και να τις τηρήσει.

Κάποιο βράδυ ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι είχε την καρδιά του να καίει. Πριν κλείσει τα μάτια του είπε μέσα του: «Θεέ μου, κάνε με ανοιχτό στις ανάγκες του διπλανού μου. Στείλε μου κάποιον να βοηθήσω…».

Ξύπνησε κάπως αργά. Στη στάση, το λεωφορείο αργούσε. Απλώνει το χέρι και σταματάει ένα ταξί.

«Τι γίνεται ρε φίλε; Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;», ρώτησε μετά από λίγα λεπτά διαδρομής ο ταξιτζής.

«Πώς να τα βλέπω; Δύσκολα παντού».

«Τ’ άκουσες πού θα φτάσει ο κατώτατος μισθός; 500 ευρώ. Έχω ένα γιο 22 χρονών. Φιλότιμο παλληκάρι. Έπιασε δουλειά πριν λίγο καιρό. Έπαιρνε 720 ευρώ.

Έρχεται και μου λέει: “Πατέρα, σε βλέπω δυσκολεύεσαι… άσε, το ενοίκιο θα το πληρώνω από τον μισθό μου”. Τώρα του πάνε τον μισθό στα 500. Βρήκε πάτημα το αφεντικό του και τον μειώνει παράνομα…

Τον έχει και απλήρωτο δυο μηνιάτικα. Του ’ρχεται να τα βροντήξει, το παιδί. Αλλά σκέφτεται εμένα. Κι εγώ κάθομαι και τον βλέπω να μασάει την αξιοπρέπειά του…

Και καλά η δική μου η γενιά: μ’ ένα πιάτο φασολάδα, θα τα καταφέρουμε… Αυτά τα παιδιά πώς θα ζήσουν; Τώρα ο μισθός του δεν φτάνει ούτε για το ενοίκιο – το ενοίκιο στο πατρικό του, δεν μιλάμε για το δικό του σπίτι…».

Ο νεαρός κουνούσε το κεφάλι του με συμπόνοια.

Έφτασαν στον προορισμό. 7,5 ευρώ έδειχνε το ταξίμετρο. Έβγαλε και έδωσε πενήντα ευρώ στον ταξιτζή. Πήρα τα πρώτα ρέστα, τα ψιλά, 2,5 ευρώ, και αφηρημένος δεν στάθηκε να πάρει τα άλλα: άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε. Το ταξί απομακρύνθηκε.

Λίγα βήματα παρακάτω -σαν να ξύπνησε- συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Έκανε να τρέξει, μα το ταξί είχε χαθεί πίσω από την γωνία. Έπιασε το κεφάλι του από τη στεναχώρια.

«Βρε να χάσω έτσι σαράντα ευρώ». Στάθηκε εκεί να περιμένει, μήπως το ταξί επιστρέψει να διορθώσει το λάθος που εκείνος είχε διαπράξει με την αφηρημάδα του… ματαίως.

Ανέβηκε τα σκαλιά, μέχρι το γραφείο του πολύ στενοχωρημένος. Όχι γι’ αυτά καθαυτά τα χρήματα, αλλά για την αμυαλοσύνη του…

Και τότε ο Θεός τον αξίωσε να θυμηθεί τι Του είχε ζητήσει το προηγούμενο βράδυ! Αμέσως ημέρεψε. Κούνησε το κεφάλι του χαζογελώντας μοναχός του.

«Άλλη φορά πρέπει να προσέχω τι ζητάω…», είπε. «Θεός είναι και ακούει…».

Αργυριάδης Βασίλης, Όσο μπορείς, 2η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2013

Πηγή: Ιερός Ναός Αγίου Θωμά Αμπελοκήπων 

Εικόνα από: Pinterest

το «σπιτάκι της Μέλιας»