«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις…», ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας τήν ἡμέρα τῆς παγκόσμιας καί χαρμόσυνης ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Εἶναι ἡ ἀρχή ὅλων τῶν Δεσποτικῶν ἑορτῶν καί συγχρόνως Θεομητορική ἑορτή. Ἡ θεία Ἐνανθρώπηση εἶναι ἔργο τῆς δυνάμεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τῆς θελήσεως καί τῆς πίστεως τῆς Παρθένου.

Ἐκεῖνα πού μέ τήν ὡραία γλώσσα τῆς ποίησης διαλαλοῦν οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας τά προβάλλει ζωντανά ἡ βυζαντινή εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Ἡ στάση τῶν προσώπων, ἡ ἔκφραση καί οἱ χειρονομίες τους, καθώς τά χρώματα καί οἱ λεπτομέρειες τῆς παράστασης, ἀποδίδουν στήν πληρότητά του τό γεγονός.

Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὁ ἀγγελιαφόρος τοῦ Θεοῦ, φέρνει στήν Παρθένο Μαρία τό χαρμόσυνο μήνυμα, ὅτι μέσω αὐτῆς θά ἐνσαρκωθεῖ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Ἡ στάση τοῦ σώματός του ἐκφράζει τή χαρά, πού ἔφερε τό ἄγγελμά του.

Παρ᾽ ὅλο πού βρίσκεται στό ἔδαφος, παρουσιάζεται μέ ὁρμή κίνησης, ὅπως μαρτυρεῖ τό ἄνοιγμα τῶν ποδιῶν καί τό ὑψωμένο φτερό του. Ἡ στάση τοῦ ἀγγέλου δίνει μέ ἀριστουργηματικό τρόπο τήν ἐντύπωση πώς ἡ πτήση του δέν ἔχει τελειώσει, καθώς μιλάει στή Θεοτόκο.

Παρ’ ὅλο πού βρίσκεται στό ἔδαφος, δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι αἰωρεῖται μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Στό ἀριστερό χέρι κρατάει σκῆπτρο, πού συνηθίζεται στούς ἀγγελιαφόρους, γιά νά δηλώσει ὅτι εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ.

Μέ τό δεξί του χέρι, πού εἶναι ἔντονα ἐκτεταμένο, ἀπευθύνεται πρός τήν Παρθένο, ἡ ὁποία τόν ἀτενίζει μέ βλέμμα ταπεινό καί συνεσταλμένο. Καταπλήσσεται ἀπό τήν ὡραιότητα τῆς Παρθενίας της καί βοᾶ πρός Αὐτήν «Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη».

Ἡ Θεοτόκος παρουσιάζεται ἄλλοτε νά κάθεται στό θρόνο της καί ἄλλοτε ὄρθια. Στήν περίπτωση πού εἰκονίζεται καθισμένη, ὑπογραμμίζεται ἡ ὑπεροχή της ἀπέναντι στόν Ἀρχάγγελο.

Ὅταν εἰκονίζεται ὄρθια, σέ στάση ἔκπληξης καί ὑπακοῆς, δείχνει νά ἀκούει καλύτερα τό θεῖο μήνυμα. Στήν περίπτωση αὐτή βλέπουμε τή Θεοτόκο νά ἔχει ἕνα εὐπρεπὲς ὑποπόδιο καί πίσω της νά ὑπάρχει ἕνας λιτὸς καί ἐπιβλητικός θρόνος μέ δύο καλαίσθητα μαξιλάρια, ὅπου καθόταν ἡ Θεοτόκος, πρίν ἔλθει ὁ Ἀρχάγγελος.

Ὁ ἁγιογράφος προσπαθεῖ νά ἀποδώσει μέ τούς θαυμάσιους χρωματισμούς καί τά περίλαμπρα καί μεγαλοπρεπή στολίδια τήν ἀξία τῆς Παναγίας μας, πού εἶναι ἡ Βασίλισσα ὅλου τοῦ κόσμου.

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Ἀρχαγγέλου καί ὁ χαιρετισμός του τάραξαν τή Θεοτόκο. Τό ἀδράχτι μέ τό νῆμα, πού σύμφωνα μέ παράδοση κρατοῦσε στό ἀριστερό χέρι της, ἔπεσε ἀπό τήν ταραχή της. Βυθίστηκε σέ σκέψεις. Σκεπτόταν τή σημασία τοῦ ἀγγελικοῦ χαιρετισμοῦ.

Δέν ἀμφιβάλλει, δέν ἀπιστεῖ στή διαβεβαίωση τοῦ Ἀρχαγγέλου ὅτι θά γίνει Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μόνο μέ φρόνηση καί ταπεινοφροσύνη ζητάει νά μάθει τό πῶς. Γι’ αὐτό ὁ ἁγιογράφος τήν ἀπεικονίζει μέ τό δεξί χέρι λίγο ὑψωμένο καί τήν παλάμη της ἀνοιχτή πρός τό θεατή σέ στάση ἀπορίας.

Ἄλλες εἰκόνες τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μᾶς τονίζουν τή συγκατάθεση τῆς Θεοτόκου στά λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου. Ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἰκονίζεται μέ σκυμμένο τό κεφάλι, ἔχοντας τό δεξί της χέρι πάνω στό στῆθος της ἤ νά βγαίνει ἀπό τό μαφόριό της.

Στή στάση αὐτή τῆς Θεοτόκου ὁ ἁγιογράφος συνδυάζει τήν ἀμηχανία μέ τή συγκατάθεση.

Παρατηρώντας στό ἐπάνω κεντρικό μέρος τῆς εἰκόνας, βλέπουμε μέσα σέ κύκλο ἀκτίνες ἀστραπόμορφες, πού συμβολίζουν τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πού ἐκχύνονται ἀπό τόν Οὐρανό πρός τή γῆ.

Ἀπό αὐτόν τόν φωτεινό κύκλο ξεκινᾶ μία δέσμη ἀκτίνων, στό κέντρο τῶν ὁποίων εἰκονίζεται ἕνα περιστέρι μέ φωτοστέφανο, πού συμβολίζει τό Πανάγιο Πνεῦμα, πού κατέρχεται πρός τήν Παναγία, ἡ ὁποία ἀπαντᾶ ταπεινά μέ τά λόγια τῆς ὑπακοῆς καί τῆς συγκατάθεσής της:

«Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα Σου».

Στήν ἐκφραστική αὐτή ἀπάντηση βρίσκει τήν τελείωσή της ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Εἶναι τό «Ναί» τοῦ ἀνθρώπου στήν προσφορά τοῦ Θεοῦ.

Τή μεγάλη ἐκείνη στιγμή τελεσιουργεῖται ἡ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ στά σπλάχνα τῆς Παρθένου μέ τή δύναμη καί ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ἀπεικονίζεται χαρακτηριστικά σέ κάποιες παραστάσεις τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.

Στήν ἀπεικόνιση τῆς Θεοτόκου διακρίνουμε πάντοτε τρία ἄστρα˙ ἕνα στήν κεφαλή καί δύο στοὺς ὤμους. Αὐτά δηλώνουν τό «ἀειπάρθενον» τῆς Παναγίας.

Δηλαδή ἦταν Παρθένος «πρό τοῦ τόκου», πρίν νά γεννήσει τόν Θεό. Παρθένος παρέμεινε καί «ἐν τῷ τόκῳ», δηλαδή καί ὅταν Τόν γέννησε. Τέλος Παρθένος διαμένει καί «μετά τόν τόκον» δηλαδή πάντοτε, στούς αἰῶνες.

Ἡ Παναγία βρίσκεται σέ τέτοιο ὕψος παρθενικῆς καθαρότητας, πού κάνει ἀκόμα καί τούς Ἀγγέλους νά θαυμάζουν, γιατί ἀσύγκριτα ὑπερέχει αὐτῶν ὡς τιμιωτέρα, ὑπερενδοξοτέρα, καί ὑπερτέρα ὅλης
τῆς κτίσεως.

Δείχνοντας χαρούμενη ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ Παρθένος Μαρία ἀντέστρεψε τήν κληρονομιά πού μᾶς ἄφησαν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, τήν ἐπώδυνη κληρονομιά τοῦ χωρισμοῦ μας ἀπό τόν Θεό.

Μέ τήν ἐλεύθερη καί χαρούμενη ἀποδοχή τοῦ θείου θελήματος ἔγινε τό μέσο, πού μᾶς συμφιλίωσε μέ τόν Θεό.

Ἄπειροι εἶναι οἱ χαρακτηρισμοὶ πού τῆς δόθηκαν. Ἡ θέση της εἶναι ξεχωριστή. Ἡ προσφορά της ἀπροσμέτρητη. Ὁ ἀνθρώπινος νοῦς σταματᾶ μπροστὰ στό μεγαλεῖο της.

Ἐμεῖς, ἀτενίζοντας τό μεγαλεῖο της σέ κάθε εἰκόνα της καί ἰδιαίτερα σ’ αὐτήν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἂς τήν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς ἀξιώσει νά υἱοθετήσουμε τή στάση τῆς χαρούμενης ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Υἱοῦ της καί Θεοῦ μας.

Ἐρευνητής

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

Πρός τήν Νίκην
Μηνιαίο Ορθόδοξο Χριστιανικό Νεανικό Περιοδικό
Μάρτιος 2009

Εἰκόνα ἀπὸ:  comorinemuritoare

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»