Εὐεργετινός, Τόμος Α΄

Ἔλεγαν γιά τόν ἀββᾶ Σισώη ὅτι, ὅταν πλησίασε ὁ θάνατός του καί οἱ πατέρες κάθονταν κοντά του, ἔλαμψε πολύ τό πρόσωπό του καί τούς εἶπε: «Μόλις ἦρθε ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος».

Σέ λίγο εἶπε: «Τώρα ἦρθε ἡ χορεία τῶν προφητῶν».

Ἔπειτα τό πρόσωπό του ξαναέλαμψε πάρα πολύ καί εἶπε: «Ἦρθε καί ἡ χορεία τῶν Ἀποστόλων». Καί τό πρόσωπό του ἔλαμψε διπλάσια καί φαινόταν σάν νά συνομιλοῦσε μέ κάποιους.

Τόν παρακάλεσαν οἱ γέροντες λέγοντας: «Μέ ποιόν μιλᾶς, πάτερ;»

«Νά», εἶπε, «ἦρθαν ἄγγελοι νά μέ πάρουν, καί τούς παρακαλῶ νά μέ ἀφήσουν νά μετανοήσω λίγο».

Οἱ γέροντες τοῦ ἀπάντησαν: «∆έν ἔχεις ἀνάγκη ἀπό μετάνοια, πάτερ».

Καί τότε αὐτός ἀποκρίθηκε: «Εἰλικρινά, δέν βλέπω στόν ἑαυτό μου ὅτι ἔβαλα ἀρχή».

Ἀπό αὐτό κατάλαβαν ὅλοι ὅτι εἶναι τέλειος. Καί ξαφνικά ἔλαμψε πάλι τό πρόσωπό του σάν τόν ἥλιο, καί ὅλοι φοβήθηκαν.

Καί τούς εἶπε: «Βλέπετε; Ἦρθε ὁ Κύριος καί λέει: «Φέρτε μου τό σκεῦος τῆςρήμου»». Καί ἀμέσως ξεψύχησε.

Φάνηκε τότε κάτι σάν ἀστραπή καί τό κελλί πλημμύρισε εὐωδία.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

Ἀρχαγγέλων Λόγος
Περιοδική ἔκδοση τοῦ Ἱ.Ν.Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν Μοσχάτου
Ἄνοιξη  2014

Εἰκόνα ἀπὸ: tsargrad.tv

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»