Αφήγηση: Καζηλιέρης Μενέλαος
Καταγραφή: Κονίνης Λεωνίδας (Μαθητής Ε΄ Τάξης – 2003

Κάποτε, πολύ παλιά, ήταν δυο γεροντάκια. Ανταμώθηκαν στον καφενέ και άρχισαν να λένε τα δικά τους. Ο ένας ήταν παραπονούμενος για το γιο του, που τον είχε ένα και μονάκριβο.

«Τι έχεις σύντροφε;», τον ρώτησε ο άλλος. «Σε βλέπω λυπημένο. Πες μου τον πόνο σου να ξαλαφρώσεις!»

Και άρχισε να του λέει τα πάθη του, πως ζούσε μόνος του και ο γιος του δεν τον ήθελε στο σπίτι του. Τον άκουσε ο φίλος του και είπε:

«Άκου, το λοιπόν και δε θα βγεις χαμένος.

Θα κάνεις ένα μεγάλο πουγκί, θα το γεμίσεις με ψεύτικες λίρες, θα κόψεις έναν γκαζοντενεκέ και θα τις κάνεις όσο ένα δίφραγκο και εγώ θα βρω το γιο σου και θα κάνω κουβέντα, ότι πέρασα ένα βράδυ και είχες ένα πουγκί πάνω στο σουφρά κι ένα σωρό με λίρες και τις μετρούσες.

Και θα τον πάρω να παρακολουθήσουμε απ’ έξω να δούμε αν αληθεύει!»

Έτσι κι έγινε. Πήγαν ένα βράδυ και άκουγαν το «τσάκα – τσάκα», το μέτρημα. Βλέπουν από το παράθυρο να μετράει ο γέρος. Τότε ο γιος του πετούσε από τη χαρά του!

Την άλλη μέρα πάει στην παράγκα του πατέρα του και του λέει: «Πατέρα μου, από σήμερα θα ’ρθεις στο σπίτι μου. Μάζεψε τα μπογαλάκια σου και πάμε».

Έτσι ο γεροντάκος ζούσε με το γιο του και τη νύφη του. Δεν πίστευε στα μάτια του! Περιποίηση, ζεστασιά, καθαριότητα από τη νύφη και το γιο του!

Όμως σκέφτηκε και το φίλο του και κίνησε μια μέρα να πει τα νέα στο σύντροφό του. «Είδες, σύντροφέ μου, τι κάνει το συμφέρον;»

Θέλει να μας πει: «Όταν «έχεις», όλοι σε κοιτάζουν! Αν «δεν έχεις» σε παραπετούν!. Κι ο γεροντάκος μέχρι τα βαθιά γεράματα έζησε ζωή χαρισάμενη.

 ###

ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Καζηλιέρης Μενέλαος (Λέρος 1926)

Ζει στο Κριθώνι της Λέρου. Από μικρός ασχολείται με αγροτικές εργασίες αλλά είναι και πολύ καλός τεχνίτης τοποθέτησης «πατελιάς» στα δώματα των κατοικιών και άλλων σπιτιών του νησιού.

Μπορεί και σήμερα να τον συναντήσει κανείς, καβάλα στο γαϊδουράκι του, μ’ ένα κλωνί βασιλικό στ΄ αυτί και την τραγιάσκα του γυρτή, καθώς πηγαίνει ή επιστέφει «απ’ όξω»[1].

Άκουγε παραμύθια και διάφορες ιστορίες από τον προπάππο του Νικόλα Καζηλιέρη, τις ώρες των αγροτικών εργασιών, τα απογεύματα και τα βράδια του χειμώνα, δίπλα στο τζάκι.

Μας αφηγήθηκε το παραμύθι «Τα γεροντάκια» και την ευτράπελη διήγηση «Οι κόρες».

[1] «απ’ όξω» ή «εξοχή» ή «’ξωταριά» = Οι αγροτικές, εξοχικές περιοχές των Αλίντων ή της Καμάρας

Πηγή: Δημοτικό Σχολείο Αγίας Μαρίνας Λέρου

Εικόνα: έργο του Laurits Andersen Ring από: Pinterest

το «σπιτάκι της Μέλιας»