του πατρός Δημητρίου Μπόκου

«Δεν μπορώ να πάρω το ψωμί απ’ τα παιδιά μου και να το δώσω στα σκυλάκια». Ήταν τα λόγια που ο Χριστός απηύθυνε στη γυναίκα, που του ζητούσε να θεραπεύσει τη δαιμονισμένη κόρη της. Λόγια σκληρά!

Υπενθύμιζαν στην πονεμένη μάνα τη θέση της. Ήταν μια Χαναναία. Μια άπιστη. Δεν ανήκε στον εκλεκτό λαό. Ο Χριστός είχε έλθει για τους Ιουδαίους. Δεν ήταν ακόμα η ώρα να ανοιχτεί προς τα έθνη.

Η γυναίκα όμως γνωρίζει καλά πού ανήκει. Αποδέχεται ότι είναι κυνάριο. Δεν προβάλλει κανένα απαιτητικό δικαίωμα. Δεν ζητάει το ψωμί που δικαιούνται τα τέκνα. Ικετεύει μόνο για κάποια ψίχουλα που θα πέσουν απ’ το τραπέζι. Και ο Χριστός, που την αγαπούσε εξίσου με τα τέκνα του, που τη θεωρούσε κι αυτήν πραγματικό τέκνο του και όχι σκυλάκι, αλλά ήθελε απλώς να δοκιμάσει την πίστη της και να βρει αφορμή να τη δοξάσει μπρος στους ανθρώπους, της έδωσε όχι λίγα ψίχουλα, αλλά τα πάντα.

Και συγχρόνως μας δίδαξε, πώς να τον πλησιάζουμε. Όχι με απαιτήσεις και έπαρση. Όχι με την αίσθηση ότι, ως δήθεν τέκνα του Αβραάμ, δικαιούμαστε τα πάντα, ενώ ο Θεός υποχρεούται να τσακίζεται να μας υπηρετεί. Αλλά τί μας λέει; Ακόμα και αν τηρήσετε όλες τις εντολές μου, δεν θεμελιώνετε κανένα δικαίωμα για απαιτήσεις.

Να λέτε ακόμα και τότε: «Δούλοι αχρείοι εσμέν». Πόσο μάλλον, αν είμαστε αμαρτωλοί και όχι άγιοι. Εκείνος βέβαια μας θεωρεί πάντα φίλους του. Δεν ντρέπεται καθόλου να μας αποκαλεί, όχι δούλους και κυνάρια, μα αδελφούς του. Όμως, απ’ την πλευρά μας η έπαρση και αυθάδεια ενώπιόν του είναι μη συγχωρητέα συμπεριφορά. Η ταπεινότητα ενώπιόν του είναι δόξα, τιμή μας και όχι ευτελισμός.

Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ανάμεσα στους ακροατές του είδε κάποτε και δυο αρματωμένους, παλληκάρια της κλεφτουριάς, που είχαν όμως σπείρει φόβο και τρόμο στους Χριστιανούς με τα εγκλήματά τους. «Ε, σεις!» τους φωνάζει. «Θ’ ανοίξετε παράδεισο, νομίζετε, μ’ αυτά σας τα χάλια;» «Ναι, με τ’ ασημοχάντζαρά μας», είπαν αυτοί, «αν με το καλό δεν μας ανοίξουν. Με το έτσι θέλω θα μπούμε! Τί μπορεί να μας κάμουν;» «Πιάστε τ’ ασημόπλεχτα κουμπιά των γελεκιών σας και σφίχτε τα!» τους λέει.

Από περιέργεια έπιασαν οι κλέφτες τα κουμπιά τους και τα ’σφιξαν ανάμεσα στα δάχτυλά τους. Και με μιας, έτρεξε αίμα που πήγαινε τσαμπούνα! Τους καταλέρωσε το αίμα τους κλέφτες. «Ε, και θαρρείτε πως τα αίματα αυτά των Χριστιανών που σφάξατε, θα σας αφήσουν να μπείτε στον παράδεισο; Δεν το πολυπιστεύω!» Σαν είδαν το θάμα οι κλέφτες τα ’χασαν. Η σκληρή καρδιά τους μαλάκωσε. Μετάνιωσαν, φόρεσαν γυναικεία σεγκούνια, δείγμα της μετάνοιας τους, κι ακολούθησαν τον άγιο καταπόδι.

Πού πήγε η μεγάλη τους έπαρση; Απλώς κατάλαβαν καλά, ότι το να είσαι ταπεινός μπρος στον Θεό, σημαίνει υγιή αυτογνωσία.

Καλή εβδομάδα!

«Αντιύλη». Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου, Πρέβεζα

Εικόνα από: valaam.ru

Κείμενα του π.Δημητρίου Μπόκου ΕΔΩ 

το «σπιτάκι της Μέλιας»