Έλενα

Βάρυναν όλα μέσα της καθώς είχε πολλούς να βολέψει και όλο άνοιγε χώρο και αυτό έκανε στριμούρα, δίπλα στην καρδιά της. Έπρεπε όμως να τους κρατάει όλους εκεί για να μην χαθούν. Να μην τους χάσει τους φευγάτους της…..

Ένας-ένας, ο ένας δίπλα στον άλλον, κοντινοί στο φευγιό τους, ανηφόρησαν για τον ουρανό. Καθένας τους μια αγάπη, μετά μια έλλειψη, ένα κενό.

Ήξερε ο Θεός το πως και το γιατί του καθενός αλλά εδώ οι ζωές ήταν κοντινές, διπλανές και μετά, έτσι που έκλειναν ένα-ένα τα παράθυρα, αυτή έπρεπε να κάνει μέσα της λιακάδες και χώρο να σταθούν οι αναχωρητές ωσεί παρόντες….ανάσες, κουβέντες, κινήσεις, ψωμί αφάγωτο στο τραπέζι, γέλια πλεγμένα με τραγούδια που δεν θα ξεχάσει, κλάματα που έμπαιναν βαθιά στην τσέπη που έβαζε το μαντήλι για να μην πονέσουν οι μέρες, βλέμματα που δεν ξοδεύτηκαν στη γη.

Καθένας τους είχε μια θέση στις κοινές τους ημέρες, στον καιρό που τους χαρίστηκε ν’ αγαπηθούν από κοντά, να χαρούν τους ίδιους ήλιους και ν’ αγκαλιαστούν στους ίδιους χειμώνες. Τα ποτήρια που ήπιαν κρασί ακόμη δίπλα-δίπλα θυμίζουν βραδιές, ματιές, αθωότητα, λευκές καρδιές σχεδιασμένες σε νυχτερινούς ουρανούς, όνειρα, αρώματα, παρουσίες που υπήρξαν επειδή έπαιζαν τα 45άρια στο παλιό πικ-απ και χόρευαν οι γονείς, οι θειάδες, οι μπαρμπάδες δίπλα στα τραπεζάκια με τα πιάτα ψωμάκια-βούτυρο-κασέρι-σαλάμι.

Επειδή υπήρξαν….Και τώρα υπάρχουν αλλά δεν στροβιλίζονται γύρω της. Έγιναν πολύτιμα όντα και πρέπει αυτή νάχει την φροντίδα τους. Να θυμάται, να γράφει συγχωροχάρτια, να τους κρατάει περιπατητές σε σπόρια σιταριού και ζάχαρη άχνη που πάνω της τα ασημένια κουφετάκια γράφουν το όνομά τους….

Ολόκληρη η ζωή της έγινε αλλιώς πια και πρέπει να την διαχειριστεί.

Σήμερα έφυγε, ξαφνικά, ο Κώστας. Δευτεροξάδελφος. Μια ακόμη ιστορία με τον συχωρεμένο τον θείο Ηλία, τον πατέρα του, με τους άλλους που ζουν και κλαίνε, με τις μέρες της χαράς της μεγάλης οικογένειας, με μνήμες που ευωδιάζουν σαν λιβάνι γιασεμί αλλά και λίγο πονάνε σαν μικρά καρβουνάκια στο θυμιατήρι της καρδιάς σου.

Μπήκε κι’ αυτός στης καρδιάς το στριμωξίδι, δίπλα στους άλλους, δίπλα σ’ ένα χειμωνιάτικο κασκόλ, δίπλα σ’ ένα μισοφαγωμένο ζαχαρωτό, σ’ ένα μισολιωμένο κραγιόν, στα κλειδιά που σκούριασαν και δεν ξέρουμε πλέον πια πόρτα άνοιγαν κάποτε….Όπως τον κοίταζα στις παρυφές της καρδιάς μου, είδα αχνά πίσω του τον παππού του τον Κώστα τον ταβερνιάρη και την γιαγιά του την Μαριώ που τηγάνιζε τις πιπεριές …

Πηγή: τί και πώς 

Εικόνα: Σχέδιο του Anne François Louis Janmot που ανήκει στη σειρά «Το ποίημα της ψυχής», aπό το Wikimedia Commons

το «σπιτάκι της Μέλιας»