(ἤ, ἀποτιμώντας κι αὐτὲς τὶς Γιορτὲς ποὺ ζήσαμε)

π. Κ.Ν. Καλλιανός

Τώρα ποὺ σφαλίσαμε τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα διακοσμοῦσαν γιορταστικὰ τὰ σπίτια, τοὺς δρόμους, τὶς βιτρίνες καὶ τὶς πλατεῖες, τώρα ποὺ τὰ «Χριστουγενιάτικα» δέντρα ξεστολίστηκαν καὶ, ἤ πετάχτηκαν στὰ σκουπίδια,  ἤ, τὰ πλαστικά ,  κλείστηκαν στὴν ἀποθήκη, τώρα ποὺ ἡ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα μεταβλήθηκε σὲ μιὰ σκληρὴ καθημερινότητα, ποιὰ εἶναι, ἄραγε, τὰ ἐρωτήματα ποὺ μᾶς ἀκολουθοῦν;

Ἀλήθεια, τί ζήσαμε καὶ σ’ αὐτὲς τὶς γιορτές;

Πόσοι ἀπὸ μᾶς -τοὺς πιστοὺς ἐννοῶ κι όχι γιὰ τοὺς ἀδιάφορους ἤ έκείνους σὲ τύπο τοῦ Σκρούτζ, τοῦ ἥρωα δηλ. τῆς Χριστουγεννιάτικης ἱστορίας τοῦ Ντίκενς χαρακτηρἰζουν τὰ Χριστούγεννα ὡς «σαχλαμάρες»-πόσοι, λοιπόν, ἀπὸ μᾶς τοὺς πιστοὺς βιώσαμε κι ἐφέτος τὸ Μέγα Μυστήριο τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως καὶ νοιώσαμε τὴν ἀνάγκη νὰ Τοῦ ἀνταποδώσουμε ἔστω κι ἕνα λόγο εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴ Γιορτὴ αὐτὴ ποὺ μᾶς πρόσφερε καὶ παγκόσμια ἔχει τὴν ἴδια ὀνομασία: Χριστούγεννα.

Ἄσχετα ἄν ὑποκρινόμαστε τοὺς τάχα προοδευτικοὺς καὶ μὲ σοφιστικὰ ἐπιχειρήματα ἀφαιροῦμε τὴν ἀφετηρία, ποὺ ἔστησε, μᾶς γνώρισε, μᾶς πρόσφερε αὐτὴ τὴ Γιορτή: Τὴν Ἐκκλησία.

Γιατὶ εἶναι ἴδιον τοῦ ἀνθρώπινου ἐγωϊσμοῦ νὰ ἀποκαθηλώνει ὅ,τι δὲν τὸν συμφέρει, ὅ,τι τοῦ ἀποκαλύπτει τὶς τυχὸν ἐνοχές του, ὅ,τι τὸν βγάζει ἀπὸ τὸ (λανθασμένο) δρόμο ποὺ ἔχει χαράξει στὴ ζωή του, μὲ τὸ «ἔτσι θέλω», ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητας νὰ τοῦ διαταράσσει τὸν ψυχισμό του.  

Ἑπομένως, οἱ Γιορτὲς αὐτὲς δὲν εἶναι γι’ αὐτοὺς παρὰ μονάχα εὐκαιρίες γιὰ νὰ ξεγελοῦν τὸν ἑαυτό τους ἤ τὸ περίγυρό τους, μὲ δῶρα πολύφορτες ἀπὸ ἀγαθές τράπεζες, μὲ ἐπιθυμία εὐθυμίας, ἀλλὰ καὶ ἐπικοινωνίας.

Ὅμως κι ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι πέρα γιὰ πέρα ἐπιφανειακά, γιὰ ἐντυπωσιασμὸ μονάχα καὶ γιὰ νὰ περάσουμε καλά. Κι ἴσως, νὰ ἔχουν δίκιο…

Ναι, ἄς μὴ μᾶς φανεῖ παράξενο, γιατὶ ἡ ἰστορία ἐπαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, ὄπως καὶ ἡ πρόταση, νὰ Τὸν ὑποδεχτοῦμε. Ὄχι, ἀσφαλῶς ὅπως ἐμεῖς τὸ  νομίζουμε, ἀλλὰ ὅπως μᾶς τὸ παραδίδει ἡ Ἐκκλησία:  

«Ὑπόδεξαι Βηθλεέμ, τὴν τοῦ Θεοῦ Μητρόπολιν. Φῶς γὰρ τὸ ἄδυτον ἐπὶ σὲ γεννῆσαι ἥκει. Ἄγγελοι θαυμάσατε ἐν οὐρανῷ ἄνθρωποι δοξάσατε ἐπὶ τῆς γῆς, Μάγοι ἐκ Περσίδος, τὸ τρισόκλεον δῶρον προσκομίσατε. Ποιμένες ἀγραυλοῦντες, τὸν τρισάγιον ὕμνον μελῳδήσατε. Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Παντουργέτην».   

Ὅμως γιὰ νὰ ποῦμε τὰ πράγματα μὲ τ’ὄνομά τους πρέπει νὰ θυμηθοῦμε, γιατὶ φωτίζουμε αὐτὲς τὶς μέρες τὰ πάντα, ἀνάβοντας πλῆθος ἠλεκτρικὰ λαμπιόνια.

Καὶ φοβᾶμαι πὼς πολλοὶ δὲν ἔχουν ὑπόψη τους, πὼς ὅσο κι ἀδιάφοροι καὶ ψυχροὶ νὰ φαίνονται ἀπέναντι στὴ Γιορτή, ἀπὸ τὴν ἄλλη κάτι τοὺς λέει βαθειὰ μέσα τους, πὼς πρέπει ν’ ἀναζητήσουν καὶ τὸ ἄλλο φῶς ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ χρησιμοποιοῦν στὰ στολίδια τους.

Τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ὅπως ψάλλουμε, τὸ φῶς ἐκεῖνο ποὺ θὰ ξεκαθαρίσει μέσα τους (μας) τὰ πράγματα:  

«Ὁ λαὸς εἶδεν, ὁ πρὶν ἠμαυρωμένος,
Μεθ’ ἡμέραν φῶς, τῆς ἄνω φρυκτωρίας…»  

Χθές, λοιπόν, κλείσαμε μιὰ σελίδα τῆς ζωῆς μας, μὲ τὴν ἀπόδοση τῶν ἑορτῶν τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου γιὰ τοῦ χρόνου. Γιατὶ οἱ Γιορτὲς ποτὲ δὲν θὰ σταματοῦν νὰ ἔρχονται καὶ νὰ μᾶς θάλπουν, ἀλλὰ καί νὰ μᾶς κατηχοῦν. Ἐμεῖς, χρόνο τὸ χρόνο πῶς τὶς βιώνουμε καὶ δεχόμαστε…  

Ἐπειδή, «ἐπεφάνη ὁ Σωτήρ, ἡ χάρις ἡ ἀλήθεια, ἐν ῥείθροις τοῦ Ἰορδάνου, καὶ τοὺς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ, καθεύδοντας ἐφώτισε• καὶ γὰρ ἦλθεν ἐφάνη, τὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτον».  

Μακάριοι ὅσοι γίνανε κι ἐφέτος κοινωνοὶ αὐτοῦ τοῦ φωτὸς τοῦ ἀπροσίτου… .

Πηγή: Ημερολόγιο Αποδημίας

το «σπιτάκι της Μέλιας»