Διήγημα του Γεώργιου Γαλάτση

1 Ιανουαρίου 1978. Ιερός Ναός Αγίου Παντελεήμωνος. Όλοι οι πιστοί του μικρού χωριού είχαν μαζευτεί εκείνη την ημέρα στην Θεία λειτουργία. Ο χορός των ψαλτών απαρτίζονταν από δύο παληκάρια, τόν Σταμάτη και τόν Δημήτρη. Ο δεύτερος, ήταν γιος του κυρ Γιάννη του συγχωρεμενου. Οι μελωδικές φωνές τους αντηχούσαν στην μικρή εκκλησία, υπέροχους ύμνους:

– Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὧν κατ’ οὐσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε, καὶ Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχη σαρκικήν, ὅπως παύσης τὰ σκιώδη, καὶ περιέλης τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἠμῶν, Δόξα τὴ ἀγαθότητι τὴ σή, δόξα τὴ εὐσπλαγχνία σου, δόξα τὴ ἀνεκφράστω Λόγε συγκαταβάσει σου».

– Φέρει Περιτομὴν ἐν σαρκί, ὁ ἐκ Πατρὸς ἄνευ τομῆς τὲ καὶ ρεύσεως, ἀφράστως τεχθεῖς ὡς Λόγος, καὶ ὡς Θεὸς ἐκ Θεοῦ, ἐν ἀτρέπτω μένων τὴ Θεοτητι, διὸ κατὰ Νόμον, ὁ ὑπὲρ Νόμον γενόμενος, κατάρας Νόμου, ἐκλυτροῦται τοὺς ἅπαντας, καὶ τὴν ἄνωθεν, εὐλογίαν δεδώρηται. Ὅθεν τὴν ὑπεράγαθον, αὐτοῦ συγκατάβασιν, ἀνευφημοῦντες ὑμνοῦμεν, καὶ εὐχαρίστως δοξάζομεν, αὐτὸν δυσωποῦντες, ταῖς ψυχαῖς ἠμῶν δοθῆναι, τὸ μέγα ἔλεος».

– Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου· δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

– Ὥφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.

– «Τόν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ, μύστην τοῦ Δεσπότου, τόν φωστῆρα τόν φαεινόν, τόν ἐκ Καισαρείας καί Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τόν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν».

Η κυρά Ελευθερία κρατώντας στο χέρι της την εγγονή της την Κυριακή, κατευθύνθηκε πλησίον της ωραίας Πύλης για νά κοινωνήσει η μικρούλα. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι χριστιανοι διά νά λάβουν το σώμα και το αίμα του Χριστού μας.

Ο ιερεύς π. Παναγιώτης αφού είπε το δι ευχών, τελειώνοντας την Θεία και Αρχιερατική λειτουργία του Αγίου Βασιλείου, δίνοντας τίς ευχές του σέ όλους τους πιστούς, τούς ενημέρωσε ότι μετά θα κατευθυνθεί στην αίθουσα συνάξεων για να πάρει ένα καφέ, και όποιος επιθυμούσε νά περάσει από εκεί για ένα κέρασμα

Ο κόσμος παίρνοντας το αντίδωρο, ένας – ένας πήγαινε στην αίθουσα και σέ λίγη ώρα ό χώρος είχε γεμίσει ασφυκτικά. Μάλιστα χρειάστηκαν και πρόσθετα κάποιες καρέκλες από τόν ναό για να βολευτουν όλοι.

Ο πατήρ Παναγιώτης ήταν ιερέας του ναού του Αγίου Παντελεήμωνος επί πολλά έτη. Τά μαλλιά του κατάλευκα, το πρόσωπο του γεμάτο ρητιδες, και είχε μία μεγάλη γενειάδα που θύμιζε εκείνους τους αγίους πατέρες όπως τούς βλέπουμε στις αγιογραφίες. Έσυρε αργά τά βήματα του και κάθισε σε μία καρέκλα απέναντι από τους πιστούς.

-Χρόνια πολλά και ευλογημένα, χριστεπωνυμο πλήρωμα της εκκλησίας, ο Τεχθεις Βασιλεύς να σας χαρίζει υγεία, δύναμη και ότι καλύτερο σέ εσάς και στις οικογένειές σας αδελφοί μου. Καλή χρονιά νά έχουμε όλοι μας πλούσια σε έργα αγάπης και προσφοράς στους συνανθρώπους μας, με την βοήθεια και την ευλογία του Αγίου Βασιλείου που εορτάζει σήμερα.

Το κήρυγμα της ημέρας συνεχίστηκε επί πολλά λεπτά, εκθειάζοντας τό πλούσιο και φιλανθρωπικό έργο του μεγάλου αυτού Αγίου. Κάποια στιγμή, ο Γιώργος , βρήκε την ευκαιρία και ζητώντας τόν λόγο είπε :

– Πάτερ, καλή χρονιά και ευλογημένη να έχουμε όλοι μας και ο θεός να σας χαρίζει έτη πολλά και να ιερουργειται πάντα κοντά μας. Μήπως, θά μπορούσατε να κάνετε αγάπη και να μας διηγηθείτε λόγω των ημερών, το περιστατικό, τού θαύματος των Χριστουγέννων, που ζήσατε πριν από πολλά έτη

– Καί βέβαια παιδί μου, με μεγάλη μου χαρά , αν επιθυμείτε και έχετε κουράγιο και δεν είστε κουρασμένοι;

Οι πάντες, απάντησαν με πολύ χαρά ότι επιθυμούν να ακούσουν την ιστορία πού θα τούς έλεγε ο παππουλης.

– Λοιπόν, αγαπητά μου παιδιά τό περιστατικό αυτό συνέβη πριν από πολλά χρόνια, όταν μόλις είχα ξεκινήσει ως νέος ιερέας στον μικρό αυτό ναό της ενορίας μας. Καί ο λόγος για τον Βασίλη τόν βοσκό, που έζησε έναν βίο αγνό και ευλογημένο, και αξιώθηκε ο μακάριος πολλών χαρισμάτων από τόν Θεό.

Τούτη η ψυχή ήταν πολύ αγωνιστική. Ζούσε ωσάν ασκητής εν τώ κόσμω. Από παιδί δεν άφηνε ακολουθία, αγρυπνία πού να μήν πάει.

Εκκλησία κάθε Κυριακή από τους πρώτους, έψαλε σιγοψυθιριστα σε μία γωνία του ναού, όπως τον τελώνη » ο θεός ιλασθητοι τω αμαρτωλω » σέ ένα στασίδι, που άνωθεν υψώνονταν η τοιχογραφία του Αγίου Μαμα (προστατης των ζωων).

Μεταλαμβανε τών Θείων και Αχράντων Μυστηρίων, και τα δάκρυα του έτρεχαν στα μάγουλα του από κατάνυξη. Η οικογένεια του πολυμελής, – τέσσερα αδέλφια – και ο πατέρας του ήταν στο επάγγελμα βοσκός.

-Για όλους έχει ό Θεός , δόξα στον Άγιο και Πανάγιο Θεό, έλεγε διαρκώς ο κυρ Γιάννης , και μεγάλωνε την οικογένεια του με αρχές χριστιανικές και αγάπη στην πατρίδα.

Το μαντρί του ήταν λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, στο δρόμο προς το βουνό. Εκεί ζούσε ο Βασίλης – συνέχισε την ίδια δουλειά – πού έκανε ο πατέρας του. Το δωμάτιο του ήταν ο παράδεισος του.

Είχε τα απολύτως απαραίτητα για τίς καθημερινές του ανάγκες. Το εικονοστάσι , δέσποζε στην μέση του δωματίου του, με την κανδηλιτσα να μην σβήνει ποτέ. Ακοιμητος έκαιγε, και εκεί έμπροσθεν προσεύχονταν μετά δακρύων και κατανυξεως.

Στην μέση η εικόνα του Χριστού, στην μία άκρη ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, και στην άλλη η Παναγία. Τριγύρω εξ αυτών, οι εικόνες των Αγίων Μοδέστου και Θεμιστοκλή , προστάτες των ζώων. Είχε τέτοια πίστη, πού όταν αρρώσταινε κάποιο ζώο, έπαιρνε λαδακι και τα σταύρωνε και αίφνης, ακολουθούσε η ιασις.

Τετάρτη και Παρασκευή νήστευε αυστηρώς , όπως παρομοίως τίς μεγάλες νηστείες των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Το δόξα σοι ο θεός, δεν έλειπε από τά χείλη του και οι συζητήσεις πού έκανε με τούς συγχωριανούς του, θύμιζαν τούς πατέρες της ερήμου, πού δίδασκαν με σοφία τον λόγο του Θεού με πολλά παραδείγματα και
νουθεσίες. Όταν έβγαζε τά πρόβατα να βοσκήσουν, περνώντας από τά ξωκλήσια, άναβε τα κανδήλια τους και θυμιαζε τίς εικόνες των Αγίων που τιμουνταν σέ αυτά.

Μία χρονιά λοιπόν, τον μήνα Δεκέμβριο είχε πέσει πολύ χιόνι. Τά πάντα είχαν καλυφθεί, οι δρόμοι σχεδόν απροσπέλαστοι και ο παγετός κάτω από το μηδέν. Δεν μπορούσες να βγεις έξω για πολύ ώρα. Ήταν ημέρα Κυριακή, τού Αγίου Σπυρίδωνος και είχε γίνει αισθητή η απουσία του στο ναό.

Ε, είπα, φυσικό και επόμενο είναι να μην έρθει, με τέτοια κακοκαιρία. Την επόμενη Κυριακή και πάλι δεν φάνηκε στην θεία λειτουργία. Μήπως τού συνέβη κάτι, μήπως με την υγεία του, και ρώτησα ορισμένους ενορίτες αν τον είδαν. Όλοι τους κούνησαν το κεφάλι τους καταφατικά, και δεν γνώριζαν τίποτα. Γυρνώντας στο σπίτι, ξάπλωσα λίγο και με πήρε γρήγορα ο ύπνος. Καί τί βλέπω αδελφοί μου; Ένας νέος που το πρόσωπο του έλαμπε μου είπε επιτακτικά :

– Πάτερ Παναγιώτη, πρέπει να πάς σύντομα να μεταλαβεις τόν Βασίλη, μην το αμελήσεις.

Με το που ξύπνησα, λέγω στον εαυτό μου, μην δίνεις σημασία, ένα όνειρο είναι και τίποτα άλλο. Η παπαδιά, το απέδωσε, ότι αυτό συνέβη, επειδή τον σκέφτομαι συνέχεια τίς τελευταίες μέρες. Δεν μπορεί, θα φανεί ο ευλογημένος, Χριστούγεννα έρχονται, θα καλυτερέψει ο καιρός και θά έρθει. Μείναν τέσσερις ημέρες έως
την μεγάλη εορτή της χριστιανοσύνης και ακόμη ένας χιονιάς ήρθε και αποκλείστηκαν τά πάντα.

Ξημέρωσε 25 Δεκεμβρίου, και στις 04:00 τα ξημερώματα, ξεκίνησα σιγά-σιγα να βαδίζω προς το ναό. Η ακολουθία ξεκίνησε, ο ναός γέμισε και εγώ πού και πού, ρωτούσα τον Φώτη τόν κανδηλαναφτη , αν ήρθε ό Βασίλης. Όμως τίποτα. Ο ναός, καταμεστος από πιστούς, με ευλάβεια και κατάνυξη άκουγαν τούς ύμνους τής Θείας
Ενανθρωπήσεως Του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού :

– Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει,
και η γη το σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει.
Άγγελοι, μετά ποιμένων δοξολογούσι.
Μάγοι δε, μετά αστέρος οδοιπορούσι.
Δι’ ημάς γαρ εγεννήθη, παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.

– Η γέννησις Σου Χριστέ ο Θεός υμών
ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως.
Εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες
υπό αστέρος εδιδάσκοντο.
Σε προσκυνείν τον ήλιον της δικαιοσύνης
και σε γιγνώσκειν εξ ύψους ανατολήν.
Κύριε δόξα Σοι.

– Χριστός γεννάται δοξάσατε• Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε• Χριστός επί γης υψώθητε. Άσατε τω Κυρίω πάσα η γη, και εν ευφροσύνη, ανυμνήσατε λαοί, ότι δεδόξασται.

– Τω προ των αιώνων, εκ Πατρός γεννηθέντι αρρεύστως Υιώ, και επ’ εσχάτων εκ Παρθένου, σαρκωθέντι ασπόρως, Χριστώ τω Θεώ βοήσωμεν• Ο ανυψώσας το κέρας ημών, Άγιος ει Κύριε.

– Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί, και άνθος εξ αυτής, Χριστέ, εκ της Παρθένου ανεβλάστησας, εξ όρους ο αινετός, κατασκίου δασέος• ήλθες σαρκωθείς εξ απειράνδρου, ο άυλος και Θεός. Δόξα τη δυνάμει Σου Κύριε.

– Μεγάλυνον ψυχή μου, την Τιμιωτέραν, και ενδοξοτέραν, των άνω  στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον, ορώ και παράδοξον• ουρανόν το σπήλαιον• θρόνον, χερουβικόν την Παρθένον• την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος, Χριστός ο Θεός• ον
ανυμνούντες μεγαλύνομεν.

– «Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπὶ γῆς τς ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς; ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπὸ σοῦ γενομένων κτισμάτων, τὴν εὐχαριστίαν σοι προσάγει· οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον, οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα, οἱ Μάγοι τὰδῶρα, οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα, ἡ γῆ τὸ σπήλαιον, ἡ ἔρημος τὴν φάτνην· ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον· ὁ πρὸ αἰώνων Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς.»

Καί τότε παιδιά μου την στιγμή που ο κυρ Γιάννης ο ψάλτης έψελνε το:

– «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός· ἀκολουθήσωμεν λοιπόν, ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ, μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν βασιλέων. Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ…… « την στιγμή που είπε :

– «Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ᾠδὴν ἐπάξιον, Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι, ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας. « εκείνη την στιγμή, ξαναέκανε την εμφάνιση του ο νέος εκείνος πού είχα δει στον ύπνο μου τίς προηγούμενες ημέρες, αυτή την φορά όμως, η εμφάνιση του ήταν διαφορετική, ολόκληρος περιβάλλονταν από ένα φώς ουράνιο, και μου λέει με αυστηρό τόνο :

– Παπά μου, γιατί δεν τηρησες αυτό πού σου είχα πει; Ο Βασίλης είναι βαριά άρρωστος και πρέπει να υπαγεις σύντομα να τον μεταλαβεις, διατί το αμελείς;

– Εγώ, εκείνη την στιγμή παγωσα από τον φοβο μου ολόκληρος και έβαλα τά κλάματα. Ναι, όποιος Άγιος η Άγγελος νά είσαι, θα υπάγω αμέσως σήμερα, μόλις πω το δι ευχών. Δεν πρόκειται να αναβαλω ούτε λεπτό. Ο κανδηλαναφτης μπήκε μέσα στο ιερό και με ειδε σέ μία γωνία κάτω νά κλαίω με αναφιλητα καί τρόμαξε.

– Τι έπαθες πάτερ μου, είσαι καλά, γιατί κλαίς;

– Και τότε τού αφηγήθηκα εν συντομία τι έγινε…

– Πάτερ Παναγιώτη, θά έρθω μαζί σου. Αυτό ήταν σημείο θεόσταλτο, ας τελειώσουμε με το καλό σήμερα, και φεύγουμε κατευθείαν.

Τελειώνοντας την Θεία λειτουργία και χωρίς καθυστέρηση, έβγαλα από το Άγιον Αρτοφόριο, τον Άγιο Άρτο, έβαλα σέ ένα μικρό σάκο την λαβίδα, το μακτρο, το πετραχήλι, και αφού ενημέρωσα την Μαριάνθη ( την πρεσβυτερα ) , έβαλα μία μάλλινη ζακέτα, ένα αδιαβροχο για την κακοκαιρια, και ξεκίνησα με τόν Φώτη την πορεία για την στάνη.

Ο δρόμος δύσκολος, απατητος, το χιόνι έφτανε σέ ορισμένα σημεία έως το γόνατο. Πέραν αυτού, ό καιρός χειροτέρευε, και έριχνε κάτι μεγάλες νιφάδες σε μέγεθος καρυδιού…

-Θεέ μου, και Παναγία μου λέγαμε και οι δύο, βοήθα να φθάσουμε εγκαίρως. Μετά από μία ώρα οδοιποριας , φθάσαμε στον προορισμό μας. Όταν είδα νά βγαίνει καπνός από την καμινάδα, είπα μέσα μου από χαρά :

– Αυτό είναι ένα σημάδι, ότι ζει ο ευλογημένος…

Χτύπησα την πόρτα και ακούστηκε η φωνή του από μέσα :

– Ελάτε – ελάτε, είναι ανοιχτά.

Μπαίνοντας μέσα, είδα τον Βασίλη στο κρεβάτι να είναι τυλιγμένος με δύο μάλλινες κουβέρτες, η ξυλόσομπα να καίει δυνατά, και πάνω σ’αυτή, μία τσαγιέρα να βράζει μανιωδώς, και το άρωμα από το βουνίσιο τσάι είχε πλημμυρίσει όλο τον χώρο με την ευωδία του.

– Καλημέρα πάτερ Παναγιώτη, φίλε μου Φώτη, καλώς ήρθατε, χρόνια πολλά και ευλογημένα σας εύχομαι. Σάς περίμενα να έρθετε, και επιτέλους σας βλέπω, δόξα σοι ο θεός.

– Χρόνια πολλά και ευλογημένα Βασίλη, με υγεία, ευλογία και προκοπή. Η χαρά μας είναι μεγάλη πού σέ βλέπουμε και εμείς, μετά από τόσο καιρό. Τί κάνεις, πως είσαι, πού χάθηκες αυτό το διάστημα;

– Αχ πάτερ μου, πρώτα θα σέ παρακαλέσω να με μεταλαβεις των Αγίων Αχράντων Μυστηρίων, και εν συνεχεία θα σού τά διηγηθώ όλα.

Αφού ζεσταθηκανε λιγάκι κανένα τέταρτο, έβγαλα από το σακίδιο μου, το επιτραχήλιο, και όλα τά υπόλοιπα, ξεκινησα με το ευλογητος, Τρισαγιον, Απολυτικιον, Μικρα Συναπτη υπερ υγειας και αναρρωσεως του ασθενουντος και ευχη συγχωρησεως, εν συνεχεια τον 50ο Ψαλμο, ειπα:

» Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Βασίλειος, το σώμα και το αίμα του Κυρίου, είς άφεσιν αμαρτιών και είς ζωήν αιωνιον «

– Δόξα σοι ο θεός πάτερ μου, δόξα στην Αγίαν και Ομουσιον και Αδιαιρετον Τριάδα.

– Αμήν, απάντησα χαμηλόφωνα.

Εν τω μεταξύ , ο Φώτης είχε ετοιμάσει τρείς κούπες με τσάι ζεστό και καφέ για όλους μας. Πίνοντας δυο- τρεις γουλιες ο Βασίλης, ξεκίνησε την διήγηση του .

– Λοιπόν πάτερ μου, πρίν από δύο εβδομάδες, ένα κρύωμα αθώο εμφανίστηκε στην αρχή. Είπα, θα περάσει σε 3-4 μέρες. Όμως η εξέλιξη του ήταν προς το χειρότερο, η κατάσταση της υγείας μου επιδεινώθηκε. Πυρετός ακατεβατος, να ψήνομαι σαν την φωτιά, νά μήν μπορώ να πάρω τά πόδια μου να βράσω ένα τσάι, μια σούπα βρε
αδελφέ. Οι δυνάμεις μου μετά την πέμπτη μέρα με εγκατέλειψαν.
Έπεσα στο κρεβάτι, και είπα τώρα Βασίλη μόνον ο καλός Θεός θα σέ βοηθήσει.

Προσευχηθηκα με όσες δυνάμεις μου είχαν μείνει, και το βράδυ εκείνο, έγινε κάτι το ανεξήγητο… Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και ξεπρόβαλλε, ένας νέος που έλαμπε. Μου συστήθηκε ευγενικά και η φωνή του ήταν τόσο πολύ γλυκιά που άρχισα να κλαίω από την μία πλευρά, και από την άλλη να χαίρομαι που με άκουσε ο θεός και με επισκέφθηκε αυτή ή ψυχή.

– Χαίρε ευλογημένε Βασίλειε, μου είπαν ότι είσαι ασθενής, είς την κλίνη σου, και ηλθα να σέ διακονησω και να σέ εξυπηρετώ σέ όλες τις ανάγκες πού έχεις.

– Μα ποιός είσαι ευλογημένο παιδί – τον ρώτησα – ποιο είναι το όνομα σου, ποιός σέ έστειλε, από ποιο χωριό είσαι;

– Ραφαήλ με λένε, αλλά μήν ρωτάς πολλά και κουράζεσαι, θα μιλήσουμε μία άλλη στιγμή για αυτό, τώρα προέχει η αποκατάσταση της υγείας σου και η ταχεία ανάρρωση σου.

Η φροντίδα του πάτερ μου τί νά πω και τι να σχολιάσω, δεν βρίσκω λόγια ευγνωμοσύνης. Με περιποιούνταν, σαν ένας πατέρας τό παιδί του, αλλά εκείνο πού μου έκανε εντύπωση ήταν το ζεστό ψωμί που μου έδινε. Λες και το είχες βγάλει , μόλις από τόν φούρνο.

Σέ κάθε του κίνηση που έκανε έψαλε, και ότι μου έδινε, πρώτα το σταύρωνε. Όταν άρχισα να στέκομαι λιγάκι στα πόδια μου, έβλεπα από το παράθυρο, να πηγαίνει μέσα στην στάνη – στα προβατακια μου – να τά ταιζει και να βάζει νερό στις ποτίστρες τους. Τά σκυλιά, παρόλο που ήταν ξένος, δεν τού αγριεψαν κάν.

Απεναντίας, η Τζένη, ο ντικος, η Λίζα, και τά υπόλοιπα, πήγαιναν δίπλα του, του κουνούσαν την ουρά τους, και να δεις χαρά πού έκαναν όταν τόν έβλεπαν. Δεν κουραζοταν καθόλου. Βρε παλληκάρι, τού έλεγα, πως θά σού τά ξεπληρώσω όλα αυτά που κάνεις για εμένα τόν φτωχό;

– Μήν στεναχωριέσαι Βασίλη, εσύ, έχεις βοηθήσει τόσο κόσμο, έχεις σταθεί δίπλα σε πολλούς συνανθρώπους σου, το αξίζεις με τό παραπάνω. Τίς αγαθές και ταπεινές ψυχές ο θεός τίς φυλάττει και τίς αγαπά ιδιαιτέρως.

– Να ‘ ναι ευλογημένο παιδί μου, – τού έλεγα και ευλογουσα και ευγνωμονουσα τό Πανάγιο όνομα του Θεού για όλο αυτό. Μία ημέρα λοιπόν πριν τά Χριστούγεννα ο νέος με λύπη μου είπε:

– Βασιλειε, η αποστολή μου, σήμερα τελειώνει. Βλέπω ότι είσαι καλά, αναρρωσες πλήρως. Πρέπει να αναχωρησω, διότι, αύριο, ξημερώνει η μεγάλη Δεσποτικη εορτή της χριστιανοσύνης, η Γέννηση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και θά πρέπει νά ψάλλω κοντά του μαζί με τούς υπόλοιπους, ύμνους στον Τεχθεντα Βασιλέα. Αύριο, θά σέ επισκεφτεί ο ιερέας του χωριού και θά σού τά εξηγήσει όλα. Νά προετοιμαστείς, διότι, θά σού φέρει τα Αχραντα Μυστήρια, διά νά μεταλαβεις. Σέ αποχαιρετώ και σέ ασπαζομαι ευλογημενε Βασίλη, ο Τεχθεις Κύριος, να είναι πάντα μαζί σου. Καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα…

Η πόρτα άνοιξε, και ώσπου να σηκωθώ από την καρέκλα να τον αποχαιρετήσω, χάθηκε μέσα σε δευτερόλεπτα από προσώπου γης.
Θαρρείς και έβγαλε φτερά και πέταξε πάτερ μου.

Ο πατήρ Παναγιώτης και ο Φώτης ο κανδηλαναφτης, είχαν σκύψει το κεφάλι τους κάτω και οι δύο, και κλαιγανε από συγκίνηση.

– Ευλογημένε Βασίλη – τού είπα – μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος, θαυμαστός ο θεός, δόξα και πάλιν δόξα είς τόν Τεχθεντα Κύριο.
Άκουσε να δεις αδελφέ μου, τα μυστήρια του Θεού είναι ατελείωτα, και λίγες ψυχές μπορούν να τα κατανοήσουν. Καί μία από αυτές είσαι και εσύ. Ο θεός σέ χαριτωσε Βασίλη, νά σέ επισκεφτεί και να σέ διακονησει στο κρεβάτι του πόνου ένας Άγγελος. Καί τού εξιστορησα όλα αυτά που είχαν συμβεί σε εμένα, και ποιός ήταν αυτός ο νέος που τόν βοήθησε.

Τότε άρχισε να κλαίει ο ταπεινός και αγαθός βοσκός για όλο αυτό το θαύμα που βίωσε. Οι τρείς μας, σηκωθηκαμε έμπροσθεν των εικονισματων ψαλαμε ύμνους των Χριστουγέννων με πολύ χαρά και ευγνωμοσύνη στο θεό. Αφού τόν αποχαιρετήσαμε, πήραμε και πάλι τον δρόμο της επιστροφής στο χωριό. Θα σας αποκαλύψω, όμως παιδιά μου και κάτι τελευταίο και το πιο θαυμαστό. Περάσαν πέντε χρόνια από εκείνο το θαύμα, και κάποια μέρα μετά το πέρας της θείας Λειτουργίας, με πλησίασε ο Βασίλης καί μου είπε ότι επιθυμεί να εξομολογηθεί.

Αφού τόν οδηγησα μέσα είς τό ιερό, μου αποκάλυψε ότι , εν οραματι , είδε τόν Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο οποίος, του διεμήνυσε, ότι την ημέρα της εορτής του, θα ταξιδέψει η ψυχούλα του προς τον ουρανό.

-Θά έρθεις πάτερ μου, με το επιτραχήλιο για νά διαβάσεις την εξόδιο ακολουθία του αναξιου και αμαρτωλού Βασιλείου..

Καί όπως τού είπε, έτσι και έγινε. Πήγα αμέσως στην στάνη, και βρήκα τον Βασίλη ξαπλωμένο στο κρεβάτι του που με περίμενε.
Ανασαινε με πολύ δυσκολία. Τά μάτια του κοιτούσαν ψηλά. Εγώ έβγαλα το πετραχήλι το ακούμπησα προσεκτικα πάνω του και τον ενδυναμωνα με λόγους πνευματικούς.

Η ώρα περνούσε, και έξαφνα, γυρίζει και μου λέει:

– Παπά μου, να προσεύχεσαι για την αμαρτωλή ψυχή μου, νάτος ο Άγιος Πρόδρομος, και ο νέος αυτός που με είχε διακονησει τότε. Άγγελος φωτεινός και υπέρλαμπρος. Είμαι έτοιμος, εύχομαι ο Θεός να με κατατάξει σε μία γωνιά του παραδείσου κοντά του. Αμήν και το θεώ δόξα.

-Και αμέσως η ψυχή του Βασίλη, πέταξε στον ουρανό, μαζί με τον φύλακα Άγγελο και τον Άγιο Πρόδρομο πού αγαπούσε και ευλαβουνταν από παιδί.

Αυτός ήταν αγαπητό μου εκκλησίασμα ο ευλογημένος Βασίλης.
Ταπεινός και αγαθός, αξιώθηκε νά τόν διακονησει Άγγελος Κυρίου καί στο τέλος της ζωής του να δεί τον Άγιο Πρόδρομο. Νά τόν έχουμε όλοι μας παράδειγμα προς μίμηση στον καθημερινό μας βίο.

Υπαρχουν πολλοι συγχωριανοι μας, οι οποιοι ευεργετηθηκαν από τις κρυφες ευλογιες και βοηθειες που προσεφερε ο Βασιλης. Ενας από αυτους είναι και πρεπει να το αναφερουμε ο παιδιατρος – καθηγητης Κωνσταντινος Βασιλειου. Η οικογενεια του πολύ φτωχη, ο πατερας του πεθανε όταν ηταν ακομη μαθητης γυμνασιου. Και ξερετε ποιος βοηθουσε οικονομικα για να σπουδασει το παιδι; Ο Βασιλης… Κι
αυτή την στιγμη που μιλουμε, είναι ενας εξαιρετος επιστημονας, το πρωι εργαζεται στο νοσοκομειο, και το απογευμα σε ένα μικρο ιατρειο, δεχεται αρρωστα παιδια, χωρις να παρει χρηματα από τους γονεις τους. Μια άλλη οικογενεια, που ο πατερας δουλευε στην οικοδομη, ειχε ένα ατυχημα σοβαρο με αποτελεσμα να μην εργαζεται
για ένα χρονο. Τα εξοδα πολλα, πολυτεκνη ηταν, όμως ο Βασιλης τους βοηθουσε με διαφορους τροπους. Αν αφηγηθουμε ολες τις φιλανθρωπιες αυτου του ευλογημενου ανθρωπου, χρειαζονται ωρες ατελειωτες. Πριν να κλεισω την ομιλια μου θα ηθελα να σας διαβασω δυο στιχους από το Ευαγγελιο:

«Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν»
( α’ επιστολή Πέτρος 5,5)

«ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».
( Ματθαίος 23, 12)

Τώρα όμως πέρασε ή ώρα και επειδή σας κούρασα, να υπαγετε εν ειρήνη στα σπίτια σας. Χρόνια πολλά και πάλι, έτη ευλογημένα αγαπητά μου παιδιά.

Ο κόσμος, με βαθιά συγκίνηση και τά μάτια όλων βουρκωμενα, αναφώνησε δυνατά:

– Αμήν πάτερ Παναγιώτη, χρόνια πολλά και σέ εσάς, σέ ευχαριστούμε για την όμορφη και πνευματική ιστορία πού μας διηγηθηκατε. Καλη χρονια και ευλογημενη να εχετε.

Τελος, και τω Θεω δοξα.

Νοεμβριος 2021

Πηγή: ebooks4greeks

το «σπιτάκι της Μέλιας»