Κακόμοιρε καναπέ μου έχεις αναστενάξει από τα βάρη και τις έννοιες μου. Μια ζωή το ίδιο πρόβλημα τι να μαγειρέψω σήμερα;

Που και που, αυτές τις δύσκολες ώρες, οι αναμνήσεις μου χτυπούν την πόρτα και χαμογελώ και μαλακώνει το μέσα μου. Ξεπηδούν απρόσμενα, όταν όλα μου πάνε στραβά ή όταν η θλίψη έχει καταλάβει το είναι μου και με αποδυναμώνουν.

Και χαμογελώ και ξεχνώ το κακοτράχαλο σήμερα και στυλώνομαι και πάλι στα πόδια μου, πανέτοιμη να συνεχίσω το δρόμο μου γεμάτη σιγουριά ότι οι παιδικές μου αναμνήσεις πάντα θα με περιμένουν.

Υπήρξα τυχερή! Τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου, αυτά που με κρατούν ακόμα στα πόδια μου, τα παιδικά, τα ανέμελα, τα έζησα στο χωριό της καλής μου της γιαγιάς τον Χορτιάτη και στην Ξάνθη την πατρίδα του πατέρα μου.

Εκείνα τα χρόνια η Ξάνθη ήταν γεμάτη γειτονιές με λουλουδιασμένα σπιτικά, μοσχομύριζε ο τόπος γιασεμί και αγιόκλημα. Τα σπίτια φτωχικά αλλά νοικοκυρεμένα, πεντακάθαρα, ασπρισμένα, φιλόξενα. Κάθε γειτονιά μια μεγάλη οικογένεια, μια γροθιά στις χαρές και στις λύπες.

Οι φωνές και τα γέλια των παιδιών στις αυλές και στις αλάνες γίνονταν ένα με το τραγούδι των πουλιών στα δέντρα. Τα παιδιά έτρεχαν, έπαιζαν και μασούλαγαν μια φέτα ψωμί με λάδι και ζάχαρη. Τι νοστιμιά Θεέ μου!

Η θεία μου η Θαΐς καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται, αυτή η υπέροχη ψυχή, είχε δυο παιδιά, η γειτόνισσά της όμως, η κυρία Ελένη, είχε έξη.

Η φωνή της ο Θεός να την αναπαύσει, ακουγόταν από τα χαράματα να δίνει εντολές. Σ’ αυτό το σπίτι τα πρωινά υπήρχε ένταση αλλά πολύ αγάπη. Έξη παιδιά δεν τα λες και λίγα ζωή να’ χουν.

Ο σύζυγός της ο γλυκόλαλος κύριος Γιάννης έφευγε χαράματα για τη δουλειά, γυρνούσε πολύ αργά και με τα κουμάντα της κυρίας Ελένης τα έφερναν βόλτα.

Τα απογεύματα η κυρία Ελένη έπαιρνε το πλεκτό της και καθόταν επιτέλους να πάρει μια ανάσα κάτω από τη καταπράσινη μουριά – μια καλή, μια ανάποδη.

Τις περισσότερες φορές έπιανε κουβέντα με την θεία μου, θέμα συζήτησης το γνωστό: «τι καλό μαγείρεψες σήμερα Ελένη μου;» την ρωτούσε η θεία μου.

-Φακές, με ελίτσες και λίγο παστό, έχω και φρεσκοζυμωμένο ψωμάκι δόξα τω Θεώ θα φάμε και σήμερα.

-Ωραίο φαί, το ζήλεψα, θα τους το κάνω αύριο, της έλεγε η θεία μου.

-Ωραίο είναι αλλά δεν το τρώνε τα σκασμένα, θα μας ακούσει πάλι η γειτονιά, της απαντούσε γελώντας η κυρία Ελένη.

Μια μέρα τίναζα ένα πετσετάκι από το παράθυρο (από μικρή στα βάσανα καλέ μου καναπέ) κι άκουσα την κυρία Ελένη να μιλάει μονάχη της. Την επόμενη μέρα το ίδιο, δεν άντεξα και ρώτησα τη θεία μου, ήμουν παιδάκι και είχα τις απορίες μου.

-Θεία γιατί η κυρία Ελένη μιλάει μοναχή της;

Και η θεία μου αυτός ο άγιος άνθρωπος που δεν είχε κακό λόγο για κανέναν μου εξήγησε:

-Παιδί μου δεν μιλάει μονάχη της, μιλάει με τον Θεό. Του κάνει τα παράπονά της, γιατί η ζωή της δεν είναι εύκολη.

-Και ο Θεός την ακούει;

-Ο Θεός παιδί μου και ακούει και βλέπει, απλά εμείς οι άνθρωποι είμαστε λίγο παραπονιάρηδες και έχουμε ανάγκη το κανάκεμά Του.

-Και δεν βαριέται η κυρία Ελένη να του λέει κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια;

-Μα και εσύ δεν λες τα ίδια και τα ίδια στον έρμο τον πατέρα σου;

Και με άφησε με ανοιχτό το στόμα, και είχε δίκιο.

Πατέρας ο Ένας και πανταχού παρών, πατέρας κι ο άλλος, ο μπαμπάς μου δηλαδή. Τόσο απλά!

Μέλια.

Εικόνα από: Pinterest

για το «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»