π. Κ.Ν. Καλλιανός

Πρωτοεῖδα τήν ἐκκλησία φωτισμένη μέ ἠλεκτρικό, ὅταν πῆγα στό Βόλο, στό Γυμνάσιο, σέ ἡλικία δώδεκα χρονῶ.

Μέχρι τότε ἥξερα μιά ἐκκλησία μισοφωτισμένη ἀπό κεριά καί λαδοκάντηλα,πού τίς συννεφιασμένες μέρες γινόταν ἀκόμα πιό σκοτεινή, ἀλλὰ καὶ ἱεροπρεπής.

Τό ζήτημα ὅμως εἶναι πώς ἐκεῖνο τό λιτό, τό εὐλογημένο τό φῶς, δέν τό ματασυνάντησα ἀπό τότε, γιατί ἀκόμα καί σέ κείνη τήν παλιά μας ἐκκλησία εἰσέβαλε ὁ ἠλεκτρισμός καί παραμέρισε ὅ,τι τό σεμνό, τό πλούσια εὐλογημένο, τό εὐκατάνυκτο.

Ἄν ἔγραψα τά παραπάνω τό ἔκαμα, ἐπειδή δέν ἔχω ἄλλο τρόπο νά αἰτιολογήσω, καί παράλληλα νά παρουσιάσω, τό πῶς ἐγώ διδάχτηκα, ποιά εἶναι ἡ Ἐκκλησία, πρίν καταφύγω, άργότερα, στίς θεωρίες καί στήν Πατερική διδαχή.

Ἐκεῖνος, λοιπόν, ὁ μισοφωτισμένος ναός μοῦ δίδαξε τί σημαίνει ἡ Ἐκκλησία γιά μένα καί, φυσικά, γιά τόν καθένα πού μέσα της βρίσκει θαλπωρή, εἰρήνη, προστασία καί προπάντων ἐκείνη τή βεβαιότητα ὅτι ὑπάρχει, ὅτι ὑφίσταται ὡς ὕπαρξη,

Πρόσωπο, Παρουσία-Δημιούργημα τοῦ Θεοῦ στόν Κόσμο. Γιατί,  ὅταν πιά βγεῖς ἀπό κεῖ, ὅπου καί νά σταθεῖς θά νοιώσεις τόν κατακερματισμό, τόν ὁποῖο σοῦ ἐπιβάλλει ἡ κοινωνική-ἐργασιακή σου σχέση.

Εἶναι, μέ λίγα λόγια αὐτό πού λέει ὁ λαός:  «γίνηκα χίλια κομμάτια» -ἀλήθεια σκέφθηκε ποτέ κανένας τι μεγάλη δυστυχία εἶναι γιά ἔναν παπᾶ αὐτό τό καθημερινό μαρτύριο, ὅταν δηλαδή εἶναι ἀναγκασμένος νά διασπᾶ τόν ψυχισμό του σέ ἔνα πλῆθος ὑποχρεώσεων καί καθηκόντων;

Πολλές φορές, κι ἄς μέ διαψεύσει κάποιος γι᾿αὐτό πού θά πῶ, κατά τήν ὥρα τῆς Λειτουργίας οἱ διασπάσεις εἶναι τόσες, ὥστε νά μήν μπορεῖς  νά ψαύσεις τό μεγαλεῖο τῶν λέξεων πού διαβάζεις καί νά βρεῖς ἀπό κεῖ τό δρόμο πού σέ ὁδηγεῖ σιμά Του.

Κι εἶναι τόσο κοντινός, τόσο λυτρωτικός αὐτός ὁ δρόμος, πού δέν τό  ξέρω γιατί τόν ἀποφεύγουμε, σκοπό βάζοντας νά προβάλλουμε ὅσο γίνεται και πιό πολύ τόν ἑαυτό μας. Γιατί, αύτό;

Φυσικά, ἐδῶ τό ξέρω πώς θ᾿ ἀντιμετωπίσω τίς αἰτιάσεις κάποιων, πού ἐπιμένουν ὅτι δέ συμμετέχουμε στό ἱερό Μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας…

Ἀλήθεια, πόσοι ἀπ᾿ αὐτούς δέν βρέθηκαν στό κατώφλι τῆς ἀδυναμίας νά συγκεντρωθοῦν, γιατί πολλά καί ποικίλα προβλήματα-οἰκογενειακά, προσωπικά, ἐνοριακά, κ.ἄ. ἔχουν ἀνεβεῖ καί σφίγγουν ἐπίπονα καί ἐπίμονα τήν ψυχή;

Ὅμως ὁ λόγος μου εἶναι γιά τήν Ἐκκλησία.

Στά σαρανταδύο χρόνια διακονίας μου διεπίστωσα, πώς τό δέσιμο τῶν πιστῶν μέ Αὐτήν, μέσω κάποιων τους ἐνεργειῶν-προσφορῶν, ὅλο κι ἐξατμίζεται. Θά ξεκαθαρίσω τά πράγματα μέ ὅσο γίνεται σταθερό καί εἰλικρινῆ τρόπο.

Πολλές φορές ἔχω γίνει μάρτυρας τῆς ἐπιδερμικῆς- πιφανειακῆς θρησκευτικότητας, τήν ὁποία ἐπιθυμοῦν καί, σέ τελική κατάληξη, ἐμβιώνουν οἱ σύγχρονοι νεοέλληνες.

Δέν ἀγαπούν ἤ δέν τιμοῦν τήν Ἐκκλησία, ἀλλά χρησιμοποιοῦν τήν κάθε εὐκαιρία ἐκκλησιαστικῆς σύναξης καί πανηγύρεως, γιά νά προβάλλουν τό ἴδιον θέλημα.

Νά ποῦν, δηλαδή, ὅτι τιμοῦν τόν ἅγιο, ἀλλά οὐσιαστικά, αὐτό ποὺ ἐπιθυμοῦν εἶναι τό νά τιμήσουν τόν ἑαυτό τους καὶ τὸν ὅμιλο τῶν φίλων καί συνδαιτημόνων, πού ἔρχονται μόνο γιά τό τραπέζι καὶ τὴν περὶ αὐτὸ εὐωχία…

Εἶναι ὅπως οἱ προσκυνητές στό Ὄρος ἤ στά διάφορα Μοναστήρια ἀνά τό Πανελλήνιο πού πηγαίνουν μέ τό πρόσχημα (; ), τό σκεπτικό(;), τη διάθεση(;) νά δοῦν, νά ποῦν ὅτι πῆγαν ἐκεῖ, χωρίς νά κομίσουν με την ἐπιστροφή τους στα «ἴδια», ἄλλη ὠφέλεια ἐκτός ἀπό κάποια δῶρα καί φωτογραφίες.

Σήμερα, λοιπόν, τά πράγματα ἔχουν πολύ διαφοροποιηθεῖ. Ἔτσι, οἱ μεγάλες γιορτὲς ἔγιναν εὐκαιρία διακοπῶν καὶ ξέφρενης διασκέδασης. Ὁ ἐκκλησιασμὸς εἶναι τυπικός πιά.

Χώρια ποὺ εἰσπήδησαν στὴ βιοτὴ τοῦ Νεοέλληνα κι ἄλλα στοιχεῖα, ξενόφερτα καὶ ἐντελῶς καταστρεπτικὰ γιὰ τὴ συνέχιση τοῦ παραδοσιακοῦ τρόπου συνέχισης αὐτῆς τῆς καθόλου ὅμορφης καὶ γεμάτης ἀπὸ Θεὸ κληρονομιᾶς τῶν πατέρων μας.

Ἔτσι, λοιπόν, καθὼς ὅλοι τὸ βλέπουμε, τὸ ζοῦμε καὶ τὸ γευόμαστε -δίχως καμμιᾶν ἀντίδραση-παρατηροῦμε νὰ «εἰσβάλει» μέσα στὴν Γιορτὴ ποὺ εἶναι ἀφιερωμένη λ.χ. στὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸ εὐπρεπῶς ψαλλόμενο ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας «Προερτάσωμεν, λαοί Χριστο τΓεννέθλια»ἕνας ξενόφερτος «γέροντας» με σάκκο, μάλιστα,  στὸν ὤμο του γεμᾶτο παιχνίδια. Ὁ τάχα «Ἅγιος Βασίλης» …

Ὁ Ἅγιος, ποὺ ἔπαψε νὰ ἔρχεται τὴν «ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά», ὁ ἀσκητικὸς καὶ λιπόσαρκος Ἅγιος, τοῦ ὁποίου ἡ φιλανθρωπία δὲν ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ ἕνα σακκὶ μὲ παιχνίδια, ἀλλὰ ἀπὸ Βασιλειάδες, ὅπου ἀναπαύεται ὀ ἀνθρώπινος πόνος καὶ γιατρεύεται.

Αὐτὰ βίωσα σ’ ἐκείνη τὴν φωτισμένη μὲ κεριὰ καὶ λάδι ἐκκλησιά, αὐτὰ θεμελίωσαν τὴν πίστη μου στὴν Ἱερὰ Παράδοση καὶ διδαχὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι ὁ λόγος τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Βρυεννίου

«Οκ ρνησόμεθά σεφίλη ρθοδοξία·
ο ψευσόμεθά σου πατροπαράδοτον σέβας·

ν σο γεννήθημενκα σο ζμεν, κα ν σο κοιμηθησόμεθα·
ε δ καλέσει καιρόςκα μυριάκις πρ σο τεθνηξόμεθα».

ὅλο καὶ ἁπλώνεται μέσα στὴν ψυχή μου, ὡς ἄλλη Σκέπη Ἁγία.

Πηγή: Ημερολόγιο Αποδημίας

το «σπιτάκι της Μέλιας»