Τό ἀπόμακρο γιά κεῖνο τόν καιρό νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας, τό Ἀρεταίειο, ἡ γραμματεῖα ἔπαιρνε ἀπ’ ἔξω ἐντολή καί ἔδινε μέσα ἐντολή νά κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στόν μικρό παθολογικό θάλαμο γιά ἕναν γέροντα καλόγερο, ἀπό τήν Αἴγινα.

Τόν ἔφεραν κάποιο μεσημέρι δυό καλόγρηες κι ἕνας μέτριος στό ἀνάστημα σαραντάρης πού ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού μπῆκαν ἀνησυχοῦσε καί κρυφόκλαιγε.

Ἔκαναν τίς διατυπώσεις τῆς εἰσόδου καί παραμονῆς του στό θεραπευτήριο καί ἡ μιά ἀπό τίς δυό καλόγρηες, ἔφυγε. Στόν θάλαμο πού τόν τοποθέτησαν ἦταν ἄλλα τέσσερα κρεββάτια ὡστόσο μόνο τά δυό ἦταν πιασμένα.

Στό διπλανό τοῦ γέροντα τῆς Αἴγινας ἀναπαυόταν ἕνας ἄντρας περίπου σαραντάρης πού ἔπασχε ἀπό παράλυση τῶν κάτω ἄκρων.

Ἦταν ἐπαρχιώτης οἰκογενειάρχης, εἶχε πέσει σ’ ἕνα γκρεμό ἀπό τό ζῶο του, χτύπησε κι ἀπό τότε τόν ἔσερναν μέ τά φορεῖα. Στό παρακάτω, ἔμενε κάποιος γέροντας συνταξιοῦχος δάσκαλος, μέ οὐρολογική κι αὐτός πάθηση. […]

Δέν πρόλαβε νά κάνει ἐγχείρηση, δέν πρόλαβε νά περάσει ἀπό μαχαίρι.

Ἡ Ἀθήνα συγκλονιζόταν ἀπό ἰαχές καί ἀλλαλαγμούς γιά τήν ἐκλογική ἧττα τοῦ Βενιζέλου,  γιά τίς ἀλλαγές στήν Κυβέρνηση, γιά τήν ἐπαναφορά τοῦ ἐξόριστου Βασιληᾶ Κωνσταντίνου, οἱ ἐκκλησιαστικοί κύκλοι συζητοῦσαν, σχολίαζαν τήν ἔκπτωση τοῦ Μελετίου καί τήν ἐπανανθρόνιση τοῦ Θεοκλήτου, ὅταν ὁ χλωμός ἀσκητικός ἐκεῖνος γέροντας, ὁ καλόγερος τῆς Αἴγινας, ἔβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ἀνοιγμένους τούς οὐρανούς καί τούς ἀγγέλους κατά χιλιάδες νά τόν ὑποδέχονται.

Στάθηκε λίγο προτοῦ ξεψυχίσει κι ἀφουγκράστηκε. Ἀπό ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ὁλόγλυκια φωνή σέ ξένη χώρα, τόν καλοῦσε.

«Εἴσελθε τέκνον, εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου. Σέ ἀναμένει ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος».

«Εἰς ἐμέ, εἰς ἐμέ τό λέγεις Κύριε;» πρόλαβαν νά ψιθυρίσουν γιά στερνή φορά τά χείλη του.

Κι ἀνοίγοντας τό στόμα νά πάρει ἀνασεμιά, εἶδε πώς μεταφέρεται. Παρέδωσε τήν ἅγια του ὑπομονετική ψυχή στόν ἀγαπημένο τοῦ Ἀφέντη. Στόν Ἀφέντη τῶν οὐρανίων, τῶν ἐπιγείων καί καταχθονίων.

Ἡ γερόντισσα Εὐφημία ἀναστατώθηκε.

«Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε, ἀνάκραξε μέ λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, ποῦ εἶναι ὁ κύριος Σακκόπουλος;… Τό τηλέφωνο παρακαλῶ, τό τηλέφωνο…»

Ἦρθε μιά σαβανώτρα ἀπό τό προσωπικό τοῦ νοσοκομείου νά βοηθήσει τή γερόντισσα. Τό νεκρό σῶμα, μοσκομύριζε… Θεέ καί Κύριε! …

Κάτι πῆγε νά πεῖ ἡ γερόντισσα δέν τό μπόρεσε. Γιά μιά στιγμή ἔβγαλαν τή μάλλινη φανέλλα καί τήν πέταξαν πρόχειρα στό διπλανό κρεββάτι.

Κι ὥσπου νά προχωρήσουν νά τελειώσουν μέ τά σάβανα, ὁ διπλανός ἄρρωστος, ὁ ἄνθρωπος πού ἔπασχε ἀπό παράλυση τῶν κάτω ἄκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε ὄρθιος, ἀμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στά πόδια του κι ἔκανε τό σταυρό του.

«Σηκώθηκα, περπατάω!», ἀνάκραξε δυνατά, «Θεέ μου, ἔγινα καλά! Τί ἔχει αὐτή ἡ φανέλλα;»

Γιά δές, ἦταν στ’ ἀλήθεια ὄρθιος, περπατοῦσε!

Δέν καλοκατάλαβαν, ἀπόμειναν νά χάσκουν. Τό νεκρό σῶμα μοσκομύριζε… Ἡ γερόντισσα πῆρε τή φανέλλα τήν ἔβαλε ἕνα κουβάρι στό ράσο της. Τά χέρια της ἔτρεμαν.

Ἀπόρησαν oι γιατροί, ἀπόρησε καί τό προσωπικό τοῦ νοσοκομείου ὅταν ἔμαθαν πώς ὁ φτωχός ρασοφόρος ἀπό τήν Aἴγινα, ἦταν ἄλλοτε γενικός διευθυντής στή Ριζάρειο καί ἦταν λέει… δεσπότης! […]

Τό βαποράκι τῆς γραμμῆς ἡ «Πτερωτή», θά σήκωνε ἄγκυρα γιά τήν Αἴγινα ἀκριβῶς στίς δυό τό μεσημέρι.

Ἡ νεκροφόρα μέ λογῆς-λογῆς διατυπώσεις πού ἔπρεπε νά γίνουν, ἔφθασε ἐμπρός στόν καθεδρικό ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος στόν Πειραιᾶ, λίγo μετά τίς δώδεκα.

Ὁ ναός βρέθηκε κλειστός, ὅλοι oι ἁρμόδιοι κι ὁ νεωκόρος, ἔλειπαν γιά μεσημεριάτικη διακοπή.

Αὐθόρμητα μαζεύτηκε ὁλόγυρα στό πεζοδρόμι κόσμος. Ἀπό λαλιά σέ λαλιά, ἀκούστηκε, μαθεύτηκε στήν ἐργατική πόλη, ἡ κοίμηση τοῦ γέροντα τῆς Ριζαρείου. Κι ἕνας λαός περικύκλωσε τό φέρετρο.

Καθώς τό ἔφεραν σιμά στά σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ γιά νά πάρουν τουλάχιστον μιά φωτογραφία στήν πόλη καί στό χῶρο πού τόσο εἶχε κηρύξει κι ἀγαπήσει κι ἄνοιξαν τό καπάκι, μούδιασαν, τἄχασαν…

Παρατήρησαν κάτι τό ἀσυνήθιστο, τό καταπληκτικό. Ἀπό τήν ἤρεμη καί γαλήνια μορφή ἔσταζε κάτι σάν ἱδρώτας πού μοσκομύριζε… Θεέ καί Κύριε! […]

Στά γαλανά νερά τοῦ Σαρωνικοῦ ταξίδευε τό ἱερό λείψανο ἑνός ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Ἑνός κληρικοῦ πού δέν καυχήθηκε ποτέ γιά κάτι δικό του.

Ἑνός ἱερομόναχου πού εὐαρέστησε τόν ἅγιο Θρόνο μέ τήν ὑπακοή, τό ταπεινό φρόνημα, τήν ὑπομονή, τήν πίστη, τήν ἀγάπη.

Ἀμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω τήν παραλία. Ὅλος σχεδόν ὁ κλῆρος, ὅλοι oι ἱερομόναχοι, ὅλες oι καλόγρηες ἀπό τά ντόπια μοναστήρια. Οἱ γυναῖκες ἔκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογοῦσαν.

«Παππούλη μας, προστάτη τῆς φτωχολογιᾶς, τί θ’ ἀπογίνουμε τώρα πού μᾶς ἄφησες ὀρφανές καί μόνες;»

Διακόσιοι τόσοι ἄντρες τσακώθηκαν ποιός θά σηκώσει τό φέρετρο.

Ἦταν oι φίλοι του, oι ψαράδες τοῦ γυαλοῦ, οἱ σφουγγαράδες πού ταξίδευαν καί βουτοῦσαν πέρα στήν Τζιμπεράλτα καί στό Τούνεζι κι ἔφερναν σφουγγάρια τῆς εὐλογίας μέ χαραγμένο στή μέση τόν τίμιο σταυρό, ἐργάτες πού δούλεψαν στή μονή κι ἔφαγαν ψωμί ἀπό τά χέρια του, oικοδόμοι, ἀγρότες ἀμπελουργοί, ἐπαγγελματίες καί πλανόδιοι.

Ὁ δήμαρχος μέ τόν ἀστυνόμο γιά νά τούς φέρουν σέ λογαριασμό, τούς χώρισαν σέ τετράδες καί ὑπολόγισαν τό δρόμο κάπου δυό ὧρες καί κάτι, ὥσαμε τό μοναστήρι.

Σέ λίγο τά πάντα τακτοποιήθηκαν καί ἡ πομπή ξεκίνησε. Ἦταν κάτι τό ριγηλό καί συγκινητικό. Ποτέ ἡ Αἴγινα δέ θυμόταν ἕνα τέτοιο ξόδι.

Αὐθόρμητα ἡ λαϊκή ψυχή ἀγκάλιασε τό λείψανοθησαυρό τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ της καί τὄφερνε μέ σφιχτή ἀνασεμιά στή θέση Ξάντος.

Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε τήν πόλη καί τήν παραλία. Οἱ καμπάνες στούς  ναούς σιγοχτυποῦσαν ὅπως τή μεγάλη Παρασκευή.

Θυμίαμα καιγόταν σ’ ὅλες τίς πόρτες καί δροσερά λουλούδια ἔπεφταν ἀπό γρηές καί νιές καί δροσερές παρθένες. Ἕνα πλῆθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρεῖτες ἀκολουθοῦσαν σιωπηλοί.

«Δέν ἔχει βάρος, δέν ἔχει βάρος, εἶναι λαφρύς σάν πούπουλο», φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οἱ ἄνδρες ἀπό τά σταυροδρόμια καί τίς λαγκαδιές, καθώς σήκωναν τό φέρετρο κι ἑτοιμάζονταν ν’ ἀλλάξουν βάρδια.

Τό μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ἀτελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογῆς ἄνθρωποι, γνωστοί, ἄγνωστοι, καταλαχάρηδες τοῦ βουνοῦ, τοῦ λόγγου, τῆς ἀκρογυαλιᾶς.

Ὅλοι τους εἶχαν διάθεση νά παρασταθοῦν, νά προσευχηθοῦν, νά ξενυκτίσουν, νά κλάψουν. […]

Φυσικά φρόντισαν καί γιά τόν ἐνταφιασμό. Θά τόν τοποθετοῦσαν ἐκεῖ πλάγια στό ναό, χαμηλά στό πεῦκο. Στό καταπράσινο καί φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί πού τόσο αὐτός καμάρωνε κι ἀγαποῦσε.

Ἐκεῖ, πού κάποτε ἡ πρώτη ἐκείνη γερόντισσα κάτοικος, σάν ἔσκαβε γιά νά τό φυτέψει, τοσοδούλι καί μικράκι, ἄκουσε τήν παράδοξη φωνή: «ἄφισε τόπο γιά ἕνα τάφο».

Ναί, τώρα ὅλα ξεκαθάριζαν. Ὁ καλός Θεός εἶχε προδιαλέξει τόπο γιά τό σκήνωμα τοῦ διαλεκτοῦ παιδιοῦ του.

Προτοῦ σκεπάσουν τό φέρετρο γιά τόν ἐνταφιασμό, ὅλες σχεδόν oι μαθήτριες καί ὑποτακτικές ἔφεραν κι ἔρριξαν λεμονανθούς ἀπό τίς λεμονίτσες πού εἶχε φυτέψει ὁ ἴδιος ὁ γέροντας μέ τό χέρι του, σέ διάφορες πρασιές ὁλόγυρα ἀπό τό ναό καί παράπλευρα ἔξω.

(Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Σώτου Χονδρόπουλου: Ὁ ἅγιος τοῦ αἰώνα μας -Ὁ ὅσιος Νεκτάριος Κεφαλάς- Ἀφηγηματική Βιογραφία. Ἔκδοσις Ἱερᾶς Κοινοβιακῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης.)

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΟΛΚΑΣ
Περιοδικόν Ἱ.Μ. Λέρου, Καλύμνου καί Ἀστυπαλαίας
Τεῦχος 14- Νοέμβριος 2010

Εἰκόνα ἀπὸ:miloserdie.ru

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»