γράφει ἡ Μερόπη Ν. Σπυροπούλου Ὁμότιμη Καθ. Παν/μίου Ἀθηνῶν

Ἡ παρέα, πού εἶχε μαζευτεῖ γιά νά εὐχηθεῖ στόν ἑορτάζοντα οἰκοδεσπότη, κοίταζε μέ προσμονή τόν γεραρό γιατρό.

Γνωρίζαμε πώς ἦταν ἀπό τούς τελευταίους ἐπιζῶντες πολεμιστές τοῦ ’40, καί εἶχε μόλις ἀνταποκριθεῖ στό αἴτημά μας, νά μᾶς πεῖ κάποια ἀπό τίς πολλές σχετικές ἀναμνήσεις του.

Κι ἐκεῖνος, μέ φωνή σιγανή, ἀλλά σταθερή, ἄρχισε τήν διήγησή του :

«Τόν χειμώνα τοῦ 1941, ὑπηρετοῦσα σ’ ἕνα ὀρεινό χειρουργεῖο, στήν πρώτη γραμμή τοῦ μετώπου.

Ἕνα δειλινό, μόλις εἶχε κοπάσει μιά ἄγρια μάχη, βγήκαμε τρέχοντας, μ’ ἕναν νοσοκόμο καί δύο τραυματιοφορεῖς, γιά νά προσφέρουμε τίς πρῶτες βοήθειες στούς τραυματίες καί, στήν συνέχεια, νά μεταφέρουμε γρήγορα ὅσους μπορούσαμε στό χειρουργεῖο, ὅπου ἄρχισα ἀμέσως νά ἀντιμετωπίζω τά πιό ἐπείγοντα περιστατικά.

Νεαρό γιατρουδάκι τότε – εἶχα κάνει μόνο ἕνα χρόνο εἰδικότητας στήν ὀφθαλμολογία – μέ τρεμάμενα χέρια,μέσα σέ μιά ἀτμόσφαιρα πανικοῦ καί πόνου, προσπαθοῦσα, ὅσο καλύτερα καί πιό γρήγορα μποροῦσα, νά σταματήσω τίς ἀκατάσχετες αἱμορραγίες, νά κλείσω τά πιό ἐκτεταμένα τραύματα, νά ἀνατάξω κατάγματα, δίνοντας συγχρόνως καί βιαστικές ἐντολές στούς νοσοκόμους γιά ἐπιδέσμους, ὀρούς καί παυσίπονα.

Μέσα στήν παγωνιά, ἵδρωνα ἀπό τήν ἀγωνία καί τήν ἐπίγνωση ὅτι, πολλά παλικάρια θά μποροῦσαν νά σωθοῦν ἤ νά ἔχουν μικρότερη τελική ἀναπηρία ἄν ἀντιμετωπίζονταν ἀπό ἕναν γιατρό μέ περισσότερες γνώσεις καί πείρα χειρουργικῆς καί τραυματιολογίας.

Ξαφνικά, ἀπό ἕνα φορεῖο στό βάθος τῆς σκηνῆς, ὅπου εἶχαν μεταφερθεῖ οἱ πιό ἐλαφρά τραυματισμένοι, εἶδα ἕναν τραυματία νά σηκώνεται καί, κουτσαίνοντας, νά μέ πλησιάζει. Συνειδητοποίησα ἀμέσως πώς ἦταν Ἰταλός.

Πρίν προλάβω, ὅμως, νά ἀρθρώσω λέξη, τόν ἄκουσα νά προσπαθεῖ νά μοῦ ἐξηγήσει κάτι. Ξεχώρισα τή λέξη « ἰατρός ».

Καί κατάλαβα ὅτι, μέ κάτι σπασμένα ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἀνακατεμένα μέ ἰταλικά καί μέ ἀντίστοιχες χειρονομίες, ἤθελε νά μοῦ πεῖ ὅτι εἶναι «ἰατρός – χειρουργός» καί ὅτι μπορεῖ καί θέλει νά μέ βοηθήσει. Κι ἀφοῦ, «ὁ πνιγμένος ἀπ’ τά μαλλιά του πιάνεται», χωρίς δεύτερη σκέψη, ἐπικοινώνησα ἀμέσως μέ τόν διοικητή μου.

-Κύριε διοικητά, ἔχω ἐδῶ, ἀνάμεσα στούς τραυματίες, κι ἕναν Ἱταλό αἰχμάλωτο, πού εἶναι γιατρός καί προσφέρεται νά μέ βοηθήσει στά ἐπείγοντα καί βαριά περιστατικά. Τόν χρειάζομαι. Νά δεχθῶ;

-Ἄν εἶναι νά σωθοῦν ζωές, βεβαίως ναί.

Ἔτσι ἄρχισε μέ τόν Ἀρρίγο μιά συνεργασία, άλλά καί μιά φιλία πού θά μοῦ μείνει ἀξέχαστη. Στούς μῆνες πού ἀκολούθησαν καί μέχρι πού ἀποχαιρετιστήκαμε, μετά ἀπό τήν ἐπίθεση τῶν Γερμανῶν, χειρουργούσαμε πάντα μαζί, ἐπί ὧρες ἀτέλειωτες.

Τά ταλαντοῦχα χέρια του, ὅπως καί ὅσα εἶχα διδαχθεῖ ἐγώ ἀπό τήν πείρα του, ἔσωσαν πολλούς Ἕλληνες, ἀλλά καί ἀρκετούς τραυματίες Ἰταλούς αἰχμάλωτους.

Μέ τά σπασμένα ἀρχαιοελληνικά του – πού εἶχαν, κάπως, μετεξελιχθεῖ σέ νεοελληνικά – συχνά μοῦ ἐκμυστηρευόταν τήν ἀπέχθειά του γιά τόν πόλεμο, ἐπισημαίνοντας τήν ἀντίθεση πού ὑπῆρχε μέ τήν ἐπιστήμη μας, ἡ ὁποία εἶχε σκοπό καί ἀποστολή τό «σώζειν καί οὐχί σκοτώνειν» ἀνθρώπους.

Εἶχα παρατηρήσει πώς ἕνας φαντάρος, ἀπό αὐτούς πού φρόντιζαν τήν καθαριότητα τοῦ χειρουργείου καί τῆς σκηνῆς μας, ὁσάκις τύχαινε νά μᾶς δεῖ νά κουβεντιάζουμε, σέ κάποια λίγο ἥσυχη ὥρα, μᾶς ἔρριχνε κάτι ἄγρια, φαρμακερά βλέμματα, πού μ΄ ἔβαλαν σέ σκέψεις.

Μιά μέρα ἀποφάσισα νά τοῦ μιλήσω.

-Τί σέ στενοχωρεῖ βρέ παιδί μου καί εἶσαι ὅλο μουτρωμένος;

-Ἔ, πῶς νἆμαι, γιατρέ; Ὅταν βλέπω νἄχεις γίνει κολλητός μέ τόν… φρατέλλο σου, τόν ἐχθρό μας;… Κάποιο βράδυ, στό λέω, δέν θά κρατηθῶ καί, τήν ὤρα πού κοιμᾶται, θά τόν καθαρίσω… Πόλεμο δέν ἔχουμε;

Πάγωσα… Πῶς νά ἠρεμήσω αὐτό τό ἀνεξέλεγκτα ὀργισμένο παιδί;

-Ἔλα μαζί μου, τοῦ εἶπα, θέλω νά δεῖς κάτι.

Παίρνοντάς τον σχεδόν ἀπό τό χέρι, μπήκαμε στόν χῶρο πού στέγαζε τούς χειρουργημένους ἀσθενεῖς.

-Τόν βλέπεις αὐτόν; Ἄν δέν ἦταν ὁ Ἀρρίγος θά εἶχε πεθάνει. Κι αὐτός, θά ἦταν τώρα χωρίς πόδια. Κι αὐτός, θά εἶχε χάσει τό χέρι του. Κι αὐτός, θά εἶχε τυφλωθεῖ κι ἀπό τό ἄλλο του μάτι. Κι αὐτός…

-Σταμάτα γιατρέ, σταμάτα, νά χαρεῖς… Κατάλαβα καί νά μέ συγχωρεῖς.

Ἡ φωνή τοῦ γιατροῦ ράγισε. Σέ λίγο, κάποιος ρώτησε.

-Τόν ξαναείδατε ἀπό τότε γιατρέ;

-Ὄχι. Μετά ἀπό χρόνια, πῆγα στό Μιλάνο καί τόν ἀναζήτησα στήν διεύθυνση πού μοῦ εἶχε δώσει. Μιά ἡλικιωμένη γυναίκα μοῦ εἶπε πώς:

«Ὁ Ἀρρίγο σκοτώθηκε στόν πόλεμο μέ τήν Ἑλλάδα»…

Ποτέ δέν ἔμαθα πῶς καί ποῦ… Ἄς εἶναι ἀναπαυμένος ὅπου εἶναι. Πολλοί, χωρίς νά τό γνωρίζουν, τοῦ χρωστοῦν εὐγνωμοσύνη καί θἄπρεπε νά προσεύχονται γιά τήν ψυχή του. Ὅπως κι ἐγώ.

Καλά πού τόν θυμηθήκαμε ἀπόψε, εἶπε σιγά ὁ γιατρός καί σώπασε…

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
Μηνιαῖο περιοδικό Ἑλληνορθόδοξης Μαρτυρίας
Ἔτος 48ο – Ὀκτώβριος 2014 – Τεῦχος 492

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»