(ἤ, Κάτι σὰν ἐπιστροφή…)

π. Κ.Ν. Καλλιανός

Ἄν καὶ ξέρω, πὼς οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ ὅλο καὶ μαζεύονται γύρω ἀπὸ τὴν ἀρχοντικὴ τὴ συντροφιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων, εἶπα κι ἐγὼ, πρὶν ἀναχωρήσω, νὰ καταθέσω αὐτὰ τὰ ἀρυτίδωτα βιώματα, ὄχι γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσω -πρὸς τί ἄλλωστε;- ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἀφήσω μιὰ παρακαταθήκη στὶς ἑπόμενες γενιές.

Γιατὶ μονάχα ἔτσι θὰ καταλάβουν τὶς ρίζες τους, θὰ μεριμνήσουν νὰ γνωρίσουν βαθύτερα τὴν καταγωγή τους -ἄρα καὶ τὴν ἱστορία τους- καί, τέλος θὰ μπορέσουν νὰ ἀποκτήσουν τὴν βασικὴ ἀρετὴ τοῦ σεβασμοῦ στὶς γενιὲς τῶν παλιῶν Κληματιανῶν, ποὺ πέρασαν πιὰ στὴν ἀντίπερα ὄχθη.

Πολλὲς εἶναι, λοιπόν, οἱ ἱστορίες ποὺ παραμένουν στὴν ψυχὴ ζωντανές καὶ πασπαλισμένες νοσταλγία, ἀπὸ τὸ παλιό μας τὸ χωριό. Ἱστορίες ἁπλὲς, χωνεμένες πιὰ στὸ σύθαμπο τοῦ Χρόνου, ἱστορίες ἀφτιασίδωτες, γιατὶ ἦταν γνήσιες, κι ἀνόθευτες.

Ὅπως ἐκεῖνες ποὺ μᾶς θυμίζουν τὶς χειμωνιάτικες καὶ βροχερὲς μέρες στὸ χωριό μας.

Τότε, δηλαδή, ποὺ ἡ βαρειά, γκριζόμαυρη συννεφιὰ καπλάντιζε ἕνα γύρω τὸ χωριό, γιὰ νὰ ἔρθει στὴ συνέχεια ἡ βροχὴ νὰ κροταλίσει πάνω στὰ τζάμια καὶ στοὺς τσίγκους, ἀφήνοντας μιὰ περίεργη, μονότονη μουσική, ἐνῶ ἄκουγες ἔξω στὸ δρόμο τὰ βιαστικὰ βήματα κάποιων χωρικῶν, μπερδεμένα μὲ φωνὲς περίεργες> «Ἀρηηηηή, χ’μώνας!».

Ὕστερα ἦταν ἐκείνη ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ καμμένο ξύλο, ποὺ ἀνάδιναν οἱ καπνοδόχοι, ἀφήνοντας μέσα στὸ γκρίζο τοπίο τὴ σταχτογάλανη κάπνα, ποὺ τὰ πρωϊνὰ εὐωδίαζε τηγανισμένο λάδι ἀπὸ τὶς τηγανίτες ποὺ συνήθιζαν νὰ κάνουν τέτοιες μέρες βροχερὲς οἱ νοικοκυρές.

Κι ὅταν γύριζε ἡ μέρα κι ἄρχιζε νὰ σουρουπώνει, μέχρι νἄρθει τὸ βράδυ, ἑτοιμάζονταν οἱ λάμπες, τὰ ξύλα γιὰ τὴ φωτιά, ἐνῶ ἀπό τὴ γειτονιὰ μαζεύονταν δίπλα στὴν παραστιὰ οἱ νοικοκυρές, γιὰ νὰ τὰ ποῦν.

Μέχρι νἄρθει τὸ βράδυ μὲ τοὺς περίεργους ἤχους, ἀπὸ τὸ βουητὸ τῆς θάλασσας, τὸ χτύπημα τοῦ ἀγέρα πάνω στὸ ξεχασμένο παραθυρόφυλλο, τὸ τρίξιμο τῶν κλαδιῶν στὰ δέντρα, τὸ ξερὸ τὸ βῆμα τοῦ λησμονημένου διαβάτη.

Ἡ νύχτα, λοιπόν, μὲ τὸ πηχτὸ τὸ σκοτάδι, μὲ τὸ ἀνεμόβροχο νὰ σέρνεται πάνω στοὺς τοίχους, ποὺ συνάμα εἶχε καὶ τὴν ἀγωνία της. Τὴν τραγικὴ καὶ θλιμμένη ἀγωνία, ὅταν στὴν οἰκογένεια ὑπῆρχε ἄρρωστος, εἴτε παιδὶ ἦταν αὐτό, εἴτε μεγάλος.

Τότε ἡ λάμπα δὲν ἔσβυνε ὁλη τὴ νύχτα, ὅπως κι ἡ παραστιά, ὅπου τὸ μπρίκι μὲ τὸ ζεστὸ ἦταν πάντα ἕτοιμο. Κι ἡ ἀγωνία νὰ ἀνεβαίνει ὡσὰν τὴ θερμοκρασία στὸ θερμόμετρο…

Καὶ περίμεναν, μέχρι νὰ φέξει ὁ Θεὸς τὴ μέρα νὰ φωνάξουν τὸ γιατρὸ ἀπὸ τὴ Γλώσσα, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸν φέρει στὸ σπίτι ὁ ἀγωγιάτης, ὁ ὁποῖος ξεκινοῦσε μὲ τὸ χάραμα, πολλὲς φορὲς μὲ νεροποντὴ ἤ καὶ χιόνι… Δύσκολες ὧρες καὶ τιτάνιες οἱ προσπάθειες, ὄντως.

Πονεμένοι ἄνθρωποι οἱ πρόγονοί μας, δοκιμασμένοι πάνω στὴν κοφτερὴ τὴν κόψη τῆς ἀγωνίας, ποὺ συνόρευε μὲ τὸ θάνατο.

Ὑποκλινόμαστε μπροστά τους καὶ μὲ ψιχαλισμένα τὰ μάτια ἀπὸ τὰ δάκρυα τῆς συμπόνιας τοὺς μακαρίζουμε, γιατὶ μέσα ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀντοχές τους ἀναστηθήκαμε κι ἐμεῖς. Ἤ, ἀμφιβάλλει κάποιος!

Πηγή: Ημερολόγιο Αποδημίας

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»