τοῦ Ἀρχιμ. Βαρνάβα Λαμπρόπουλου

Ἕνας πολυάσχολος ἄνθρωπος τοῦ καιροῦ μας, ἀποφάσισε κάποτε νά ἐπισκεφθῆ ἕναν ἅγιο ἐρημίτη. Ἤθελε νά ἠρεμήσει λίγο ἀπό τό ἄγχος πού τόν βασάνιζε. Καί νά ζητήσει τίς συμβουλές τοῦ γέροντα.

Τόν συνάντησε σέ μιά φτωχική καλύβα.

– Εὐλογεῖτε, εἶπε χαιρετώντας τόν ἐρημίτη. Ξέρετε, ἔκανα πολύ δρόμο γιά νά ἔλθω ἐδῶ…

– Κάθησε, τόν διέκοψε ὁ γέροντας. Ἄσε με νά σοῦ βάλω λίγο τσάι.

– Ἔχω περάσει πολλά χρόνια σπουδάζοντας σέ Πανεπιστήμια τοῦ ἐξωτερικοῦ…, ἄρχισε νά αὐτοσυστήνεται ὁ ἐπισκέπτης.

– Ἄς πιοῦμε πρῶτα λίγο τσάι, ἐπέμεινε ὁ γέροντας.

– Τώρα διευθύνω μιά μεγάλη ἐπιχείρηση…, συνέχισε νά περιαυτολογεῖ ὁ ξένος.

– Πιστεύω ὅτι τό τσάι θά σᾶς ἀρέσει πολύ, εἶπε ὁ ἐρημίτης συνεχίζοντας νά γεμίζει τήν κούπα τοῦ ἐπισκέπτη του.

– Μά ἐσεῖς τήν ξεχειλίσατε, πάτερ, τό τσάι χύνεται ἀπ᾽ ἔξω! παρατήρησε ἐνοχλημένος ὁ ξένος.

– Κι ἐσύ μοιάζεις μ᾽ αὐτήν τήν ξεχειλισμένη κούπα! ἀπάντησε τότε ὁ σοφός γέροντας . Ἄν δέν ἀδειάσεις, εὐλογημένε, ἔστω λίγα ἀπό αὐτά πού κουβαλᾶς, πῶς θά ἀφήσεις νά στάξει μέσα σου κάτι ἀπό τά λίγα πράγματα πού ξέρω.

* * *

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει, μερικές φορές, ὅταν προσερχόμαστε στό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.

Μοιάζουμε κι ἐμεῖς μέ τίς ξεχειλισμένες κοῦπες, πού ἀνέφερε ὁ γέροντας.

Σίγουρα οἱ περισσότεροι δέν ἔχομε οὔτε τήν μόρφωση οὔτε τά πλούτη, πού εἶχε ὁ ἄνθρωπος τῆς παραπάνω ἱστορίας. Συνήθως, ὅμως, εἴμαστε

• «ξεχειλισμένοι» ἀπό ἀνόητες δικαιολογίες γιά ὅσα κάναμε,
• «παραφουσκωμένοι» ἀπό αὐτοδικαίωση,
• «πλούσιοι» σέ κατηγορίες γιά τούς ἄλλους.

Ἔτσι ΕΠΙΜΕΝΟΥΜΕ νά ἀναφέρωμε ΜΟΝΟΝ, ὅσα εἶπαν καί ἔκαναν οἱ ἄλλοι εἰς βάρος μας. Καί συνειδητά παρασιωποῦμε πόσο «λάδι στή φωτιά» ρίξαμε ἐμεῖς. Ἀρνούμαστε νά δοῦμε τό δικό μας φταίξιμο. Καί μάλιστα τήν στιγμή, πού –συχνά– ἐμεῖς «κάναμε τήν ἀρχή».

Πῶς λοιπόν περιμένομε, μέσα στήν ξέχειλη ἀπό ἐγωϊσμό καρδιά μας, νά στάξη τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ; Πῶς θέλομε συγχώρηση, ὅταν ὅλο τόν χῶρο τῆς καρδιᾶς μας τόν καταλαμβάνει τό ΕΓΩ μας;

* * *

Ἄς ἀρχίσωμε ἐπί τέλους νά ἀδειάζουμε τίς κοῦπες μας, ἀφήνοντας λίγο χῶρο γιά τίς ἐρωτήσεις:

• Μήπως παραφουσκώνω τίς δικαιολογίες μου;
• Μήπως ὁ ἄλλος ἔχει περισσότερα ἐλαφρυντικά ἀπό μένα;
• Μήπως ἔφταιξα «λίγο» κι ἐγώ;

Καί τελικά -γιά νά ἀδειάσουμε τελείως τήν «κοῦπα»,
• Μήπως ὅλη ἡ φασαρία ξεκίνησε ἀπό μένα;

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ
Τριμηνιαία ἔκδοσις  τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καστοριᾶς
τεῦχος 41 – Ὀκτώβριος  – Δεκέμβριος 2009

Εἰκόνα ἀπὸ: teacanvas

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»