του πατρός Δημητρίου Μπόκου

Στην παραβολή του Σπορέως που διαβάζεται την Δ΄ Κυριακή του Λουκά, ο Θεός παριστάνεται ως γεωργός.Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Θεός δανείζεται την εικόνα αυτή. Είμαστε «Θεού γεώργιον». Χωράφι και αμπελώνας του Θεού.

Ο Θεός αρέσκεται ιδιαιτέρως να εμφανίζεται ως γεωργός, που φροντίζει για όλα όσα χρειάζεται ένας αγρός ή ένα αμπέλι για να αποδώσει. «Ο Πατήρ μου ο γεωργός εστι», λέει ο Χριστός.Η Αγία Γραφή βρίθει από εικόνες, όπου ο έμπειρος γεωργός Θεός κάνει όλα τα χρειαζούμενα για μια καλή καρποφορία.

Φυτεύει καταρχάς «παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς», στολισμένο με όλα τα ωραία φυτά, όπου βάζει τον άνθρωπο να κατοικεί. Διαλέγει τόπο εκλεκτό και φυτεύει αμπελώνα. Τον περιποιείται με πολλή αγάπη. Τον περιφράζει, τον σκάβει, τον κλαδεύει, δεν υπάρχει κάτι που παραλείπει να φροντίσει, περιμένοντας τα κλήματα να κάνουν σταφύλια. Εξέρχεται, βγαίνει από το σπίτι του, αφήνει την προηγούμενη θεϊκή κατοικία του, για να σπείρει στη γη «τον σπόρον αυτού». Σπέρνει «καλόν σπέρμα εν τω αγρώ αυτού», εν αντιθέσει προς τον εχθρό, τον διάβολο, που σπέρνει ζιζάνια.

Στο τέλος αποστέλλει τους θεριστές για τον θερισμό. «Ο δε θερισμός συντέλεια του αιώνος εστίν· οι δε θερισταί άγγελοί εισι».Κατά την ώρα του θερισμού διαχωρίζει το σιτάρι από τα ζιζάνια. Όπως συλλέγονται τα ζιζάνια και καίγονται στη φωτιά, «ούτως έσται εν τη συντελεία του αιώνος τούτου».

Κρατάει λοιπόν «το πτύον εν τη χειρί αυτού» και καθαρίζει σχολαστικά το αλώνι του, όπου συγκεντρώνει τους πάντες σαν τα θερισμένα δεμάτια, «ως δράγματα άλωνος».Λιχνίζει και συνάζει τον σίτο στην αποθήκη,ενώ κατακαίει το άχυρο και τα ζιζάνια. Έχει την αξίνη, το κοφτερό τσεκούρι της θεϊκής του κρίσης, κοντά στη ρίζα των δέντρων και κόβει «παν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν», ρίχνοντάς το στην πυρά.

Αγρός, χωράφι, αμπελώνας, αλώνι του Θεού, είναι ο κόσμος ολόκληρος. Ο καθένας μας φυτεύεται εκεί και ο Θεός περιμένει να φέρουμε καρπό. Εκείνος καταβάλλει με μεράκι και αγάπη κάθε καλλιεργητική φροντίδα απ’ τη μεριά του. Σπέρνει, ποτίζει, αυξάνει τον σπόρο του. Μένει να ανταποκριθούμε σωστά κι εμείς στην προσδοκία του. Αν όμως αντί καρπού βγάλουμε «ακάνθας και τριβόλους», θα καταντήσουμε γη «αδόκιμος και κατάρας εγγύς, ης το τέλος εις καύσιν».

Προ της εσχάτης ώρας λοιπόν ας ανακράξει έκαστος: «Επουράνιε γεωργέ, Χριστέ ο Θεός, την χερσωθείσαν μου ψυχήν καρποφόρον ανάδειξον».

Καλή εβδομάδα!

«Αντιύλη». Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου, Πρέβεζα

Εικόνα από: yslish

Κείμενα του π.Δημητρίου Μπόκου ΕΔΩ

το «σπιτάκι της Μέλιας»