Η σπηλιά του Οσίου Ιωάννη Κουκουζέλη στα περίχωρα της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας

π. Κων. Ν. Καλλιανός

Ὅταν ἐ­πι­σκε­φθεῖς τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἀ­γα­πη­τέ προ­σκυ­νη­τή, προ­σπά­θη­σε νά συμ­μα­ζέ­ψεις κα­τά πρῶ­τον τό νοῦ σου, ὅ­σο μπο­ρεῖς βέ­βαι­α, πα­ρα­βλέ­πον­τας ἀ­τα­ξί­ες[1]  καί ἐ­πι­ζη­τώ­ντας εὐ­και­ρί­ες, πού θά σοῦ προ­σφέ­ρουν θε­ο­φι­λῆ βι­ώ­μα­τα, πό­θο κα­τα­νύ­ξε­ως καί φυ­σι­κά ἐ­κε­ί­νη τή χα­ρι­σμα­τι­κή εὐ­γέ­νεια καί κα­λω­σύ­νη, τήν ὁ­πο­ί­α δέ συ­ναν­τᾶς στόν κό­σμο.

Ἄν καί στό Ὄ­ρος αὐ­ξή­θη­καν τά τρο­χο­φό­ρα, ἄν οἱ δρό­μοι ὁ­δη­γοῦν γρή­γο­ρα ἀ­πό τό ἕ­να μο­να­στή­ρι στό ἄλ­λο, κα­λό εἶ­ναι νά μήν ἐ­πι­δι­ώ­ξεις τέ­τοιο­υ εἴ­δους «πε­ρι­ή­γη­ση».

Για­τί κά­τι τέ­τοι­ο πε­ρι­κλε­ί­ει μέ­σα σέ ὅ­λα κά­ι τό ἀ­μάρ­τη­μα τῆς πε­ρι­ερ­γε­ί­ας, κά­τι πού πο­λύ εὔ­στο­χα ἐ­πι­τι­μοῦν οἱ Πα­τέ­ρες· ἄλ­λω­στε ἡ πε­ρι­έρ­γεια, ἐ­κεῖ­νο δη­λα­δή τό, «νά δοῦ­με τό ἔ­να καί τό ἄλ­λο», δη­μι­ουρ­γεῖ πολ­λά.

Καί στό Ὄ­ρος πᾶς ν᾿ ἀ­να­θάλ­λεις πνευ­μα­τι­κά, ἐ­κτός ἄν ἐ­πι­θυ­μεῖς «θρη­σκευ­τι­κό» του­ρι­σμό μέ ἀ­πώ­τε­ρο σκο­πό τήν ψυ­χα­γω­γί­α -ἡ λέ­ξη γρά­φε­ται μέ τήν κο­σμι­κή της ἔν­νοι­α, ὄ­χι τήν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κή- ὁ­πό­τε καί ζεῖς μι­άν ἀ­κό­μη ἀ­πο­τυ­χί­α.

Γι᾿ αὐ­τό ἄν ἐ­πι­θυ­μεῖς νά ζή­σεις μέ­σα στό ἱ­ε­ρό θάμ­βος πού ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ ἡ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρη δο­ξο­λο­γι­κή πο­ρεία τῶν πα­τέ­ρων μιᾶς Μο­νῆς ἤ κι ἐ­νός ἁ­πλοῦ Κελ­λί­ου, κα­λό εἶ­ναι νά με­ί­νεις κά­που, νά στα­θεῖς ἐ­κεῖ μέ δι­ά­κρι­ση καί τα­πει­νό φρό­νη­μα ἀ­κο­λου­θώ­ντας τό δρό­μο πού σοῦ δε­ί­χουν οἱ Πα­τέ­ρες κι ὁ Θε­ός, ὤ­στε νά ξα­πο­στά­σεις.

Αὐ­τά τά λἰ­γα, φί­λε ἀ­να­γνώ­στη μου, τά ἔ­γρα­ψα, γιά νά εἰ­σέλ­θω στό θέ­μα μου πού εἶ­ναι ἡ ὁ­δοι­πο­ρί­α στά πα­λιά κι εὐ­λο­γη­μέ­να δρο­μά­κια καί μο­νο­πά­τια τοῦ Ὄ­ρους.

Κα­λό λοι­πόν εἶ­ναι, ἀ­γα­πη­τέ μου προ­σκυ­νη­τή, ὅ­ταν βρε­θεῖς στόν Ἅ­γιο ἐ­κεῖ­νο τό­πο, ἄν εἶ­ναι ἀ­κμαῖ­ες οἱ δυ­νά­μεις σου νά τίς ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σεις γιά δι­κή σου κα­τά πρῶ­τον ὠ­φέ­λεια.

Δη­λα­δή κά­ποι­ες ὧ­ρες τῆς ἡ­μέ­ρας, πρω­ϊ­νές ἤ ἀ­πό­βρα­δες, νά ἐ­ξέλ­θεις τῆς Μο­νῆς καί νά προ­σπα­θή­σεις «κα­τά μό­νας,» νά περ­πα­τή­σεις στά πα­νάρ­χαι­α ἐ­κεῖ­να μο­νο­πά­τια καί καλ­τε­ρί­μια -ὅ­σα δυ­στυ­χῶς ἀ­πό­μει­ναν- γιά νά βε­βαι­ω­θεῖς πό­σο ψυ­χω­φε­λής εἶ­ναι αὐ­τή σου ἡ ἄ­σκη­ση.

Για­τί περ­πα­τώ­ντας πά­νω σ᾿ ἐ­κεῖ­νες τίς πέ­τρες πού γυ­α­λο­κο­ποῦν ἀ­πό τά μυ­ρι­ο­βα­δί­σμα­τα τῶν πα­λαι­ῶν Γε­ρό­ντων, οἱ ὁ­ποῖ­οι, εἴ­τε ὁ­δοι­πο­ροῦν­τες, εἴ­τε πά­νω στά τα­πει­νά καί ὑ­πο­μο­νε­τι­κά ὑ­πο­ζύ­γιά τους, μέ κά­θε και­ρό, ἄ­φη­σαν τή σφρα­γί­δα τους, πού δέν εἶ­να ἄλ­λη ἀ­πό τή μο­νο­λό­γι­στη εὐ­χή, κά­ποι­α εὐ­λο­γί­α θά λά­βεις.

Καί τοῦ­το, ἐ­πει­δή σ᾿ αὐ­τά τά μο­νο­πά­τια ἔ­χει ἀ­πο­τα­μι­ευ­τεῖ ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι τῆς ζω­ῆς τῶν πα­λαι­ῶν ἐ­κε­ί­νων πα­τέ­ρων.

Ὑ­πάρ­χουν χω­νε­μέ­να δά­κρυ­α προ­σευ­χῆς, ἱ­δρῶ­τες ὑ­πα­κο­ῆς καί ἔγ­κο­που ἀ­σκη­τι­κοῦ ἀ­γῶ­νος σ᾿ αὐ­τά τά δρο­μά­κια· κι ἀ­κό­μη πε­ρι­σό­τε­ρο σέ κά­ποι­α λι­θά­ρια πού στέ­κον­ται ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στίς ἄ­κρες τῶν δρό­μων αὐ­τῶν, ἐ­κεῖ πού ξα­πό­σται­ναν ἐ­κεῖ­νοι οἱ Γε­ρον­τά­δες, πό­σες προ­σευ­χές, ὠς μι­κρά σύν­νε­φα δέν ἀ­νέ­βη­καν ἀ­πό τά θυ­μι­α­τή­ρια τῶν ἁ­γί­ων τους ψυ­χῶν· προ­σευ­χές πρός τήν Πα­να­γί­α Τρι­ά­δα καί τήν Ἔ­φο­ρο τοῦ Ὄ­ρους, τήν Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο!

Ἀ­λή­θεια, σκέ­φτη­κε πο­τέ κα­νέ­νας μας ἄν ἀ­πό τό καλ­τε­ρί­μι πού ὁ­δοι­πο­ροῦ­με πέ­ρα­σε ὁ Ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς λέ­γον­τας ἐ­κεῖ­νο τό πα­λευ­λα­βέ­στα­το πρός τήν Πα­να­γί­α, «Φώτισόν μου τό σκό­τος»· ἤ ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρε­ί­της, κι οἱ ὅ­ποι­οι ἄλ­λοι πα­τέ­ρες, τῶν ὁ­πο­ί­ων τήν ἁ­γι­ό­τη­τα δέ βε­βα­ί­ω­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι μά ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός;

Γι᾿ αὐ­τό πολ­λοί εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πό το­ύς ὁ­δοι­πο­ροῦν­τες, πού ἄν καί βρί­σκον­ται μα­κρυά ἀ­πό Μο­νές, Σκῆ­τες ἤ Κα­λύ­βες αἰ­σθά­νον­ται μι­άν ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α, λές καί κά­που σι­μά τε­λεῖ­ται ἱ­ε­ρά ἀ­κο­λου­θί­α καί θυ­μι­α­τί­ζουν μέ εὐ­ω­δέ­στα­το μο­­σχο­θυ­μί­α­μα.

Κι αὐ­τό ἀναντίρρητα ἀ­ποδει­κνύ­ει τήν ἱερότητα καί τήν ἁγιότητα τοῦ τόπου αὐτοῦ, στόν ὁποῖο βαδίζουμε πάνω στά ἴχνη τῶν βημάτων τῶν ἀγίων.

Πόση, στ᾿ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἀνοχή τοῦ Θεοῦ καί ἡ φιλευσπαλαχνία του πού μᾶς ἐπιτρέπει νά ζήσουμε, νά βιώσουμε, νά ἐκταμιεύσουμε τόσες εὐλογίες.

Θά προεκτείνω τόν λόγο μου γιά ν᾿ ἀναφερθῶ σέ κάποιες συναντήσεις πού ἔχει ὁ ὁδοιπόρος, μέ κεῖνα τά ἐρειπωμένα ἤ ἄδεια κελλιά, τά ὁποῖα παρουσιάζονται μπροστά του -ἴσκιοι καθαγιασμένοι ἀπό τό χρόνο καί τήν προσευχή.

Γιατί κι ἀπό αὐτά ἔχει νά μαθητεύσει τήν ἁγιότητα καί τήν ταπείνωση ἄν σκεφτεῖ ὅτι στούς χώρους αὐτούς ἔζησαν καί ἀνδρώθηκαν πνευματικά Μορφές πού νυχθημερόν δεήθηκαν «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» ὅταν ὁ κόσμος τούς ἀγνοοῦσε, ὅπως τούς ἀγνοεῖ πάντοτε.

Κι εὐτυχῶς πού τούς γνωρίζει ὁ Θεός.

Ἄν δέ σταθεῖ καί κάμει τό σταυρό του πρός τή μεριά τοῦ μισογκρεμισμένου καί ἄδειου ναΐσκου ἴσως βεβαιωθεῖ πώς μέσ᾿ ἀπό τά ἐρείπια ἀκτινοβολεῖ τό ἱερό θάμβος τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων ἐκείνων τῶν πατέρων, τῶν ὁποίων μόνα τεκμήρια ἔχουν ἀπομείνει κάποιο σπασμένο ποτήρι, τό τριμμένο στρωσίδι, ἡ μαυρισμένη ἀπό τή φωτιά κατσαρόλα κάι κάποια ἄλλα ἀντικείμενα, ἄχρηστα γιά τούς πολλούς χρήσιμα ὅμως γιά τήν ἱστορία, τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν καί εἶναι ἀδιάσειστοι μάρτυρες τῆς παρουσίας κάποιων ταπεινῶν ψυχῶν, πού «ἐφύλαξαν τόν τόπο» (Γεροντικό), δοξολόγησαν τό Θεό καί κάποιοι χειμαζόμενοι βρῆκαν τήν παραμυθία καί τήν στήριξη.

Ἡ ὁδοιπορία στό Ὄρος εἶναι ἀποτοξινωτική εὐργεσία, εἰσοδικό σέ κόσμο ἡσυχίας καί εἰρήνης, στόν πραγματικό κόσμο τοῦ «καλά λίαν» (Γεν. 1, 25) τῆς Δημιουργίας.

Ἡ χλωρίδα πού ποικίλει, τά δροσερά νερά πού δροσίζουν μέχρι καί τίς ἔσχατες τοῦ εἶναι ἀρτηρίες, ἀλλά περισσότερο ἐκεῖνοι οἱ τροῦλλοι ἀπό τά Μοναστήρια, τά κελλία καί τίς Σκῆτες πού βηματίζουν μαζί σου, σιμά σου, λές κι εἶναι ἄλλη διάσταση τοῦ οὐρανοῦ πού σέ περιθάλπει.

Ὅλ᾿ αὐτά τ᾿ ἀνασαίνει ὁ ὁδοιπόρος στά παλιά καλτερίμια καί χορταριασμένα μονοπάτια τοῦ Ὄρους.

Ἴσως δέ περισσότερα, γιατί ἡ πέννα τοῦ γράφοντος εἶναι φτωχή, οἱ λέξεις του ἐλάχιστες καί ὁ λόγος του πενέστατος, γιά νά περιγράψουν τό μεγαλεῖο πού κλείνει ἔνας τόπος ἱερός καί ἄγιος: τό Ἁγιώνυμο Ὄρος ἤ τό Περιβόλι τῆς Παναγιᾶς μας.


[1] Γιά ἀποφυγή παρεξηγήσεων θέλω νά έξηγήσω στόν άναγνώστη μου, πώς ό προσκυνητής τοῦ Ὄρους αἰσθάνεται μιά ἀμηχανία στό λιμανάκι τῆς Δάφνης, ὅπου κόσμος, αὐτοκίνητα, ἐμπορεύματα καί κείνη ἡ παράξενη σπουδή δημιουργοῦν μέσα του πολλά ἐρωτήματα.

Γι᾿ αὐτό πολύ σωστά, ἀπό τά χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 ἀκόμη, ὁ πολύς π. Θεόκλητος Διονυσιάτης συμβουλεέει τόν προσκυνητή ν᾿ ἀναχωρήσει ἀμέσως ἀπό τή Δάφνη. Περισσότερα βλ. στὸ θαυμάσιο βιβλίο του, Μεταξὺ Οὐρανοῦ καὶ γῆς.

Πηγή: Ημερολόγιο Αποδημίας

Εικόνα από: pathstomountathos

το «σπιτάκι της Μέλιας»