Χρήστος Κωστελίδης (μικρές ιστορίες)

Κάποτε που η μάνα φούρνιζε το ψωμί με τη μαγιά και μοσχοβολούσε το σπίτι.
Κάποτε που είχαμε ένα μόνο τετράδιο, μια ξύλινη κασετίνα, και μια σάκα που με αυτήν τελειώναμε το σχολείο.
Κάποτε που πλάθαμε μπαλίτσες την ψίχα του ψωμιού για σβηστήρα.
Κάποτε που στο σχολειό η μηλιά ήτο μηλέα και ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά παρέμενε ζωντανός.

Κάποτε που τα απογεύματα οι αυλές γέμιζαν με σκαμνάκια και γειτόνισσες.
Κάποτε που όλη η γειτονιά ήταν μια μεγάλη οικογένεια.
Κάποτε που οι πόρτες μας ήταν ολημερίς ξεκλείδωτες, με το κλειδί επάνω.
Κάποτε που κάθε σπιτικό είχε τον μπαξέ του, τα κηπευτικά του, τα ζωντανά του.
Κάποτε που ο τενεκές του λαδιού βαφόταν με μεράκι για να υποδεχθεί χρυσάνθεμα και γιασεμιά.

Κάποτε που κάθε Κυριακή φοράγαμε τα καλά μας για τον απογευματινό περίπατο και το σινεμαδάκι.
Κάποτε που περνούσαμε αξέχαστες στιγμές σε λιτά ταβερνάκια, με το τζουκ-μποξ συντροφιά.
Κάποτε που στις υπόγειες ντισκοτέκ καρδιοχτυπούσαμε μ΄ένα καμπάρι στο χέρι.

Κάποτε που οι νοικοκυρές τα Χριστούγεννα και το Πάσχα πηγαινοέρχονταν καμαρωτές στο φούρνο με τις λαμαρίνες γεμάτες κουραμπιέδες και μελομακάρονα.
Κάποτε που τις Απόκριες ντυνόμασταν με ό,τι βρίσκαμε στο μπαούλο.
Κάποτε που τα παιδιά που έψελναν τα κάλαντα, πρόσφερναν χαρά στο σπιτικό.

Κάποτε που το μαγκάλι ζέσταινε όλο το σπίτι και έψηνε τα κάστανα.
Κάποτε που ο μπακάλης πουλούσε βερεσέ και ο γαλατάς μάς ξυπνούσε.
Κάποτε που τα κοκόρια λαλούσαν και μας καλημέριζαν.

Κάποτε που ο καθένας έδινε στον φτωχό ένα πιάτο φαΐ, ένα ρούχο, ένα μπουκάλι λάδι, λίγα αυγά.
Κάποτε που μας ένοιαζε για τον διπλανό μας.

Κάποτε που στα σπίτια ζούσαν και οι γιαγιάδες και οι παππούδες.
Κάποτε που μας έλεγαν παραμύθια του Αισώπου σε συνέχειες.
Κάποτε που διαβάζαμε για κάποιους «Άθλιους» κάποιου Ουγκώ, για κάποιον καπετάν-Μιχάλη, για κάποιον Γιάννη Αϊ-Γιάννη, για ένα αγόρι που το έλεγαν Μέλιο και αγαπούσε μιαν Αγράμπελη.

Κάποτε που παίζαμε στις αλάνες.
Κάποτε που κάναμε φίλους καρδιακούς.
Κάποτε που κοκκινίζαμε όταν ντρεπόμασταν.
Κάποτε που ξέραμε να λέμε κι ένα «συγγνώμη».
Κάποτε…
Κάποτε…
Κάποτε που ήμασταν …πιο άνθρωποι!

Πηγή: Κοπανός – Ημαθίας

το «σπιτάκι της Μέλιας»