Τῆς Μαρίας Ἀργυράκη

Ἡ ὑγρὴ ζέστη καὶ ἡ ἄπνοια τῆς Πόλης μὲ βρῆκε, τὸν Ἰούλιο τοῦ 2002, ἀνάμεσα σὲ στοῖβες παλιῶν βιβλίων, νὰ συνταιριάζω ψήγματα τῆς ἱστορίας τῶν Θεραπειῶν, τοῦ «θερινοῦ Φαναρίου».

Στὶς 26 τοῦ μήνα, ἀνήμερα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ἕνα δροσερὸ ἀεράκι διέσχισε τὸ Βόσπορο, οἱ δαντελωτὲς φυλλωσιὲς τῶν πλατάνων παιχνίδισαν στὸ φῶς καὶ ἡ κουρούνα, στὴν κορυφὴ τοῦ κυπαρισσιοῦ, ἔστρεψε τὸ στῆθος της στὸν ἄνεμο, ὕψωσε τὸ ράμφος καὶ ἀναπετάρισε.

«Καιρὸς ν΄ ἀφήσω τὶς ἀσκήσεις ἐπὶ χάρτου» σκέφτηκα, «μήπως καὶ γίνω γιὰ λίγο μέτοχος τῆς ζωντανῆς ἱστορίας».

Ἔτσι πῆρα τὸ λεωφορεῖο γιὰ τὰ Θεραπειὰ ὅπου γιορτάζεται ἡ μνήμη της, καὶ μετὰ ἀπὸ παραλιακὴ διαδρομὴ μισῆς ὥρας στὰ καθαρὰ χρώματα τοῦ πρωινοῦ Βοσπόρου, ἔφτασα στὸ πέταλο τοῦ κατάφυτου κόλπου.

Στὴν ἀντικρινὴ πλευρὰ τὸ τσιμεντένιο μεγαθήριο τοῦ Μπουγιοὺκ Ταράμπια Ὁτὲλ ἔφραζε τὸ διάβα στὸ ἀεράκι ἀπὸ τὴ Μαύρη Θάλασσα, ρίχνοντας τὴ σκιά του στὴν ἀδειανὴ θέση τῆς καμένης, τὸ ’55, Μητρόπολης Δέρκων καὶ τοῦ κατεδαφισμένου, τὸ ’58, ἱστορικοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Λίγο μετὰ τὴ Γερμανικὴ Πρεσβεία ἀριστερά, πάνω ἀπὸ τὶς φλαμουριές, διακρίνονταν ὁ τροῦλος τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, καλὰ κρυμμένης πίσω ἀπὸ δύο παραλιακὲς πολυκατοικίες.

Κτισμένη δίπλα στὸ παλιὸ Ἁγίασμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τὸ 1860, μὲ ἔξοδα τοῦ εὐεργέτη Γ. Ζαρίφη, δύο χρόνια μετὰ τὴν ἄρση τῆς ἀπαγόρευσης ἀνέγερσης ὀρθόδοξων ἐκκλησιῶν μὲ τροῦλο, στεγάζει ἀπὸ τὸ 1977 τὴ Μητρόπολη Δέρκων.

Εἶχα ὅμως φτάσει νωρὶς γιὰ τὰ πολίτικα δεδομένα. ἐννέα παρὰ τέταρτο κι ἀκόμη δὲν εἶχε φανεῖ κανείς. Ἔκανα μία βόλτα στὸν περίβολο. Ὁ νεωκόρος, ὁ Δημητρός, μάζευε τὰ φύλλα ἀνάμεσα στὰ ταφικὰ μνημεῖα.

Ἄρχισα νὰ διαβάζω ἕνα ἕνα τὰ ὀνόματα: Σταυράκις Ἀριστάρχης, ὁ τελευταῖος Μέγας Λογοθέτης,1835 -1925, Σπυρίδων Μαυρογένης Πασάς, Ἀρχίατρος τοῦ Ἀμπντοὺλ Χαμίτ, 1817- 1902, Ἄννα Ταπεινοῦ… Σὲ λίγο εἶχα ἀποκτήσει καμιὰ εἰκοσαριὰ σιωπηλούς, καινούριους φίλους.

Ἔτσι ὅταν ἐπέστρεψα στὸ ναό, ὅπου ὁ κ. Γιῶργος ἀπὸ τὴν Πρίγκηπο εἶχε ἀρχίσει νὰ ψέλνει, μοῦ φάνηκε ἀκόμη πιὸ ἀδειανός. Προσκύνησα τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τοῦ Ἁγ. Γεωργίου στὸ νάρθηκα, τὴν ἀνθοστολισμένη, ἀσημένια εἰκόνα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὸν κυρίως ναό, καὶ κάθισα στὰ στασίδια.

Τὸ ἐσωτερικὸ τῆς βασιλικῆς ἦταν εὐρύχωρο, φωτεινό, μὲ δύο ἡμικυκλικοὺς χοροὺς ἁγιορείτικου ρυθμοῦ, ἄσπρο μαρμάρινο τέμπλο καὶ ἀνοιχτόχρωμους γαλάζιους τοίχους.

Μόνο οἱ μαῦρες πινελιὲς σὲ ἀπομίμηση ὀρθομαρμάρωσης ἔρχονταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ὑπόλοιπο, δυτικῆς τεχνοτροπίας, διάκοσμο, ἐνῷ ἡ ἐντοιχισμένη καρδιὰ τοῦ Γ. Ζαρίφη ἐντάσσονταν ἀπολύτως στὶς κοσμικὲς ἀντιλήψεις τῆς ρωμαίικης κοινότητας τῆς ἐποχῆς.

Σὰν σὲ ὑπαινικτικὴ ἀντίστιξη, στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στὸν γυναικωνίτη, φυλάσσονταν, ὅπως μοῦ εἶχε πεῖ ὁ Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός, κειμήλια τοῦ ἱστορικοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Ὁ ἐξαίρετος ἱεράρχης εἶχε διατελέσει, ἀπὸ τὸ ’54, πολλὰ χρόνια ἱερέας καὶ κατόπιν Μητροπολίτης Δέρκων, στὰ Θεραπειά. Ἡ φίλη μου, ἡ κυρία Τασούλα, μὲ εἶχε προτρέψει νὰ τὸν συναντήσω:

«Αὐτὸν ἀξίζει νὰ τὸν φιλήσεις τὸ χέρι. Εἶναι πραγματικὸς ἅγιος!»

Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀργυρουπόλεως Καλλίνικος κατὰ τὴ τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως.

Καὶ πράγματι ὁ Γέροντας, παρόλο ποὺ ἐπέμενε πὼς καταλληλότερος θὰ ἦταν ὁ νῦν Μητροπολίτης Δέρκων Κωνσταντῖνος, εἶχε σκύψει μὲ πατερικὴ ἀκτινοβολία πάνω στὴ μελέτη μου, ἐξιστορώντας μου ὄχι μόνο τὰ πάθη τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῶν ἁγιασμάτων τοῦ προαστίου ἀλλὰ καὶ ἐξηγώντας μου, στωικά, τί σημαίνει ἀντιμήνσιον καὶ ποιοί εἶναι οἱ μαργαρίτες τοῦ Κυρίου.

Τώρα ἡ ἀνάμνηση τῶν λόγων του ἔπεφτε στὶς γωνιὲς τοῦ ναοῦ σὰν δέσμη ζεστοῦ φωτός. Τί δὲ θὰ ἔδινα νὰ ξαναβρισκόμουνα κοντά του!

Κοίταξα γύρω. Ἡ Τασούλα ἀκόμη νὰ φανεῖ. O ψάλτης ἐξακολουθοῦσε νὰ ψέλνει στὸν ἀδειανὸ ναό. Εἶχε πάει 9:20.

«Μᾶλλον δὲ θὰ γίνει λειτουργία σήμερα», σκέφτηκα. «Ἂς πηγαίνω…».

Καὶ ἀκριβῶς ἐκείνη τὴ στιγμή, ἀπὸ τὴν πύλη τῆς πρόθεσης, βγῆκε, ἀνάλαφρη σὰν αὔρα πρωινή, μιὰ εὔθραυστη μορφὴ μὲ ὠμοφόριο καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ χοροστάσι.

«Λές;….» ἀνασκίρτησα, μὰ ἡ λογικὴ ἀπέκλεισε τὸ ἐνδεχόμενο: ἤξερα πὼς ὁ Γέροντας Θεοδωρουπόλεως, ἀφιερωμένος στὸ ἔργο τοῦ πνευματικοῦ, δὲν ἱερουργοῦσε πλέον.

Μόλις ὅμως ἡ μορφὴ μὲ τὸ ὠμοφόριο ἄρχισε νὰ ψέλνει δίχως νὰ κοιτάζει τὸ ψαλτήρι, ἀποδίδοντας νόημα στὴν κάθε λέξη ξεχωριστὰ σὰν νὰ τὶς γυάλιζε μία- μία στοργικὰ στὸ μανίκι του πρὶν μᾶς τὶς παραδώσει, δὲν χωροῦσε καμιὰ ἀμφιβολία: ἦταν ὄντως ὁ Ἅγιος Θεοδωρουπόλεως!

Ὁ Γέροντας ἔψαλλε ὑποδεικνύοντας μὲ ἁπαλὲς κινήσεις ποιό κείμενο καὶ ἀπὸ ποιό σημεῖο τὸ ἐπιθυμοῦσε. Τὰ ἄσπρα εὐγενικὰ δάχτυλά του παρακολουθοῦσαν τὴ μελωδία εὐλαβικὰ καὶ τὴν ἑρμήνευαν, σταματώντας λίγο στὶς δοξαστικὲς φράσεις σὰν νὰ τὶς ὑπογράμμιζαν.

Σὲ λίγο ἔφτασε κι ὁ ψάλτης ἀπὸ τὸ Μπουγιοὺκ Ντερέ.

Κάποια στιγμὴ ὁ Γέροντας μπῆκε στὸ ἱερό. Σὲ λίγο ἄναψαν οἱ πολυέλαιοι καὶ ἐμφανίστηκε στὴν Ὡραία Πύλη, ἀπαστράπτων στὰ δεσποτικά του ἄμφια, χρυσαφένια καὶ ροδακινί, μὲ τὴν ἐπισκοπική του ράβδο καὶ τὴ μίτρα μὲ τοὺς πολύτιμους λίθους.

Μὲ τὸ ἀχνό, πράο χαμόγελο καὶ τὰ συμπονετικά, γεμάτα ἐγρήγορση μάτια του,  ταυτόχρονα στραμμένα πρὸς ἐμᾶς, ποὺ τώρα εἴχαμε πληθύνει ἀρκετά, καὶ σὲ κάποιο ὅραμα ποὺ αἰωροῦνταν ἴσως κάτω ἀπὸ τὸν Παντοκράτορα.

Ἀνέβηκε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο. Ὁ ψάλτης ἀπὸ τὰ Πριγκηπόννησα, ἕνας νεαρὸς ἱερέας καὶ ὁ π. Νικόλαος, στάθηκαν μπροστά του κι ἔκαναν τὴ βαθιὰ γονυκλισία ποὺ πρωτοεῖδα στὸν πατριαρχικὸ ναό. Ὁ Δεσπότης τοὺς εὐλόγησε.

Πῶς περιγράφεται ὅμως ἡ εὐλογία του; Τοὺς εὐλόγησε ὁρατά, φάνηκε ὅμως σὰν ἡ εὐλογία του νὰ εἶχε ἀρχίσει, σιωπηλά, πολὺ πιὸ πρὶν καὶ νὰ συνεχιζόταν πάλι μετά.

Σὰν τὸ ὁρατὸ σημάδι τῆς εὐλογίας νὰ ἦταν μόνο ἡ κορυφὴ ἑνὸς βράχου στὴ θάλασσα. Αὐτὴ ἡ ἀδιάσπαστη μυστικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἀόρατο ἔκανε τὸν Γέροντα νὰ λάμπει, ὄχι τὰ ἄμφια.

Σὲ λίγο ἔφτασε καὶ ὁ –μακαριστὸς σήμερα– Ἅγιος Κολωνείας Γαβριήλ, ἄλλο ἕνα κομμάτι τῆς ζωντανῆς ἱστορίας τῶν Θεραπειῶν. Μόνο ὁ Μητροπολίτης Δέρκων Κωνσταντῖνος ἀπουσίαζε, γιὰ λόγους ὑγείας, ἀπὸ τὴ θεραπειανὴ συναστρία.

Ἡ Τασούλα δὲν ἄργησε νὰ ἐμφανιστεῖ καὶ πῆρε θέση δίπλα μου. Εἶχαν ἤδη μαζευτεῖ καμιὰ σαρανταριὰ πιστοί.

Τὴν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας, πράγμα παράξενο, κανένας δὲν κινήθηκε ἀπὸ τὴ θέση του.

Μόνο μία νεαρὴ κοπέλα στάθηκε μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Γέροντας γύριζε μὲ τὸ δισκοπότηρο ἄθικτο πρὸς τὴν Ἁγία Τράπεζα. Οἱ νεαροὶ ἱερεῖς ἔσκυψαν καὶ τὴ ρώτησαν κάτι διακριτικά. Καὶ ἐκείνη ἐπέστρεψε κατακόκκινη καὶ σαστισμένη στὴ θέση της.

Ὁ Γέροντας ξαναεμφανίστηκε στὴν Ὡραία Πύλη.

«Θὰ κάνει ἄραγε κήρυγμα;» μονολόγησε ἡ Τασούλα.

Καὶ ὄντως, ὁ Γέροντας ἄρχισε μὲ τὴν ἤρεμη, διακριτικὴ φωνή του:

Μαζευτήκαμε σήμερα γιὰ νὰ γιορτάσουμε τὴ μνήμη τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Γεννήθηκε στὴν πολιτεία τῆς Ρώμης καὶ ξεχώρισε ἀπὸ μικρὸ παιδὶ γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴ συμπόνια της.

Παρακολουθοῦσε τὶς χριστιανικὲς λειτουργίες στὶς κατακόμβες καὶ συμβαπτίστηκε μὲ τοὺς μοναχούς. Συνέχισε νὰ διδάσκει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ σὲ διάφορες περιοχὲς τῆς ἐπικράτειας καὶ ἡ φήμη της γρήγορα ἁπλώθηκε παντοῦ.

Κάποτε ὁ αὐτοκράτορας Ἀντωνίνος ἄκουσε πὼς ἡ Παρασκευὴ διδάσκει γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ ἀληθινοῦ Βασιλέα, κι ἐκεῖνος φοβήθηκε πὼς θὰ τοῦ πάρει τὸ θρόνο. Ἔτσι διέταξε νὰ συλληφθεῖ ἡ γυναίκα αὐτὴ καὶ νὰ θανατωθεῖ.

Ζήτησε νὰ βράσουν λάδι καὶ νερὸ καὶ νὰ τὴ ρίξουν μέσα. Θέλησε μάλιστα νὰ εἶναι κι ὁ ἴδιος παρὼν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὸ μαρτύριο.

Ἡ Παρασκευὴ ὅμως, προσηλωμένη στὴν προσευχή, ἔμεινε ἄθικτη ἀπὸ τὸ μαρτύριο, σὲ σημεῖο μάλιστα ποὺ ὁ Ἀντωνίνος νὰ δυσπιστήσει καὶ νὰ ζητήσει ἀπὸ τὴν ἴδια νὰ τοῦ ρίξει λίγο νερὸ καὶ λάδι γιὰ νὰ
διαπιστώσει ἂν ἦταν καυτό.

Ἡ Παρασκευὴ ὄντως τὸ ἔκανε, καὶ τότε ὁ αὐτοκράτορας τυφλώθηκε. Τὴν παρακάλεσε νὰ τὸν σώσει, καὶ ἡ ἁγία, μέσα στὸ μαρτύριό της, προσευχήθηκε χαρίζοντάς του καὶ πάλι τὴν ὅρασή του. Γι’ αὐτὸ πιστεύεται πὼς ἡ Ἁγία γιατρεύει τὰ μάτια, βοηθάει τοὺς ἀνθρώπους νὰ βροῦν τὴ σωστὴ ὅρασή τους.

Ὁ Ἀντωνίνος στὴ συνέχεια τὴν ἄφησε ἐλεύθερη, ἀργότερα ὅμως συνελήφθη ἀπὸ ἄλλους διῶκτες καὶ ἐδέχθη τὸν διὰ μαρτυρίου θάνατον. Ἡ Ἁγία συνεχίζει νὰ ζεῖ στὰ οὐράνια καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει.

Ἔτσι, ὅταν οἱ δικές μας δυνάμεις δὲν ἐπαρκοῦν γιὰ ν’ ἀνταπεξέλθουμε στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς, ἂς στρεφόμαστε μὲ τὴν προσευχή μας στὴν Ἁγία γιὰ ν’ ἀντλήσουμε δυνάμεις καὶ νὰ δοῦμε τὰ πράγματα καθαρά.

Ἀνάσταση στὸν αὐλόγυρο τῆς Μουχλιώτισσας. Πάσχα τοῦ 1963.

Τώρα σειρὰ εἶχε ἡ ἀρτοκλασία. Ὁ Δεσπότης γύρισε πάλι στὸ θρόνο, ἐνῷ δεξιά, ἀριστερὰ καὶ μπροστά του στάθηκαν οἱ τρεῖς ἱερεῖς, ἀκουμπώντας τὸ ἕνα χέρι στὸν ἄρτο ποὺ τοὺς ἕνωνε ὅλους μαζί. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὁ συμβολισμὸς δὲν μοῦ πέρασε ἀπαρατήρητος.

Στὸ τέλος ἄνοιξε ἡ κεντρικὴ πύλη τοῦ νάρθηκα.

«Θὰ γίνει περιφορά»; ἀναρωτήθηκε ἡ Τασούλα καὶ μὲ σκούντησε νὰ πᾶμε δίπλα στὸ εἰκόνισμα.

Ὁ νεωκόρος ἔβγαλε τὴ βαριὰ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς ἀπὸ τὴ βάση της καὶ εἶπε: «Τώρα ὅποιος θέλει ἂς βοηθήσει…».

Κάποιες ἡλικιωμένες κυρίες προσφέρθηκαν ἀμέσως. Ἡ Τασούλα πῆρε τὴν τσάντα ἀπὸ τὰ χέρια μου καὶ μοῦ ἔγνεψε νὰ πάω.

Ἀγκαλιάσαμε, τρεῖς γυναῖκες μαζί, τὴν εἰκόνα καὶ τεθήκαμε ἐπικεφαλῆς τῆς λιτανείας. Νόμιζα πὼς θὰ λύγιζα ἀπὸ τὸ βάρος. Ντράπηκα ὅμως τὶς ἄλλες κυρίες καὶ ἔβαλα τὰ δυνατά μου, ὥσπου ξέχασα τὸ βάρος ἐντελῶς.

Περάσαμε δίπλα ἀπὸ τοὺς κεκοιμημένους φίλους μας, σταματήσαμε στὶς εἰσόδους τοῦ ναοῦ, στὴν κόγχη ὅπου ἔψαλαν οἱ ἱερεῖς κι ὕστερα ἐπιστρέψαμε στὸ ναό.

Ἡ λιτανεία τέλειωσε. Πρὶν βγῶ εἶδα τὴ νεαρὴ κοπέλα νὰ ἐξηγεῖ κάτι στοὺς ἱερεῖς. Ἐκεῖνοι ἔβαλαν τὸ χέρι στὴν καρδιά, ἔκαναν μία ἐλαφριὰ ὑπόκλιση καὶ τῆς πρόσφεραν τὴ θεία μετάληψη.

Τὸ ἐκκλησίασμα τώρα εἶχε μαζευτεῖ μπροστὰ στὸ Ἁγίασμα καὶ ἀντάλλασσε χαιρετισμούς.

Ἡ ὥρα ἦταν 12:30. Ὁ ἥλιος βρισκόταν στὸ ψηλότερο σημεῖο, τὸ ἀεράκι εἶχε πέσει, τὰ χρώματα ξεθώριαζαν κι ἡ ὑγρὴ ζέστη εἰσχωροῦσε πάλι ἀπειλητικὰ κάτω ἀπὸ τὰ πυκνὰ φυλλώματα.

Σὲ μία ἄκρη ὁ Γέροντας συνομιλοῦσε μὲ τὴ φίλη μου. Ἔτρεξα νὰ τοὺς βρῶ. «Ὡραῖα τὰ περάσαμε προχτές», μοῦ εἶπε γελώντας καλόκαρδα.

Μόλις ποὺ πρόλαβα νὰ ψελλίσω δύο λόγια εὐχαριστίας. Χαιρέτησε, στράφηκε πρὸς τὴν αὐλόπορτα, προχώρησε, καὶ χάθηκε μέσα στὸ δυνατὸ φῶς τοῦ μεσημεριοῦ, ἀφήνοντας τὸ ζωντανὸ μελίσσι νὰ βουίζει κάτω ἀπὸ τὰ φυλλώματα τῆς φλαμουριᾶς.

Μεγάλη Πέμπτη. Φανάρι 1903.

Ἕνα νεαρὸ κοτσύφι ξεπρόβαλε μέσα ἀπὸ τὸν κισσό, ἔστριψε λοξὰ τὸ κεφαλάκι του κι ἔβαλε σημάδι ἕνα κομμάτι οὐρανοῦ πάνω ἀπὸ τὴ σιδερένια αὐλόπορτα. Ὕστερα ἄνοιξε τὰ φτερά του, σηκώθηκε ψηλὰ καὶ χάθηκε κι αὐτὸ πρὸς τὴν ἴδια κατεύθυνση.

Ἔτσι, ἀνήμερα τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ἔφυγα κι ἐγὼ ἀπὸ τὰ Θεραπειὰ «πετώντας», παίρνοντας γιὰ ἀντίδωρο τὴ ζωντανὴ ἱστορία, καὶ γύρισα νὰ συνεχίσω τὶς ἀσκήσεις ἐπὶ χάρτου. Τίποτα ὅμως πιὰ δὲν θὰ θύμιζε τὴ σκόνη παλιῶν βιβλίων ποὺ εἶχα ἀφήσει πίσω τὸ πρωί.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ἱερὰ Μητρόπολις Πειραιῶς
Ἔτος 18ο – Τεῦχος 206 -Ἰούλιος – Αὔγουστος 2009

Εἰκόνα ἀπὸ: wikimedia

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»