Η Μακαριστή Γερόντισσα Μακρίνα με τον Γέροντα Εφραίμ

Αυτό που θα σας πω είναι πράγμα πνευματικό και μαζί πολύ αισθητό. Το βλέπω με την ψυχή μου. Αυτό είναι πολύ σοβαρό και να το τυπώσετε μέσα σας.

Ο Θεός δεν το δίνει στον τυχόντα, αλλά στον Προεστώτα, για να βάλη σωστή γραμμή, για να προσέξουμε να μη ξεφύγουμε και να μη κολαστούμε.

Αυτό που θα σας πω είναι πράγμα πνευματικό που δεν μπορείτε να νοιώσετε. Έβλεπα λοιπόν ένα βόδι απ’ τα μεγαλύτερα που υπάρχουν στον κόσμο.

Ένα βόδι με κάτι μάτια γουρλωμένα και φλογισμένα κι έχει πάνω του μία φουστανέλλα με γαζί. Η φουστανέλλα του αυτή είναι όλο βελόνια. Το βόδι αυτό γυρίζει γύρω-γύρω, κάνει αλώνι που δεν λέγεται.

Και μ’ αυτές τις βελόνες τραυματίζει την κάθε μια και την ρίχνει, σύμφωνα με το πάθος που έχει. Γι’ αυτό, όταν το έβλεπα δεν κοιμόμουν, παρά μόνο δύο ώρες, τόσο φρικτό ήταν, εκτός βέβαια και του λόγου της ασθένειας μου.

Μας πολεμάει να μη κάνουμε προσευχή, να μη σηκωθούμε να πάμε το πρωί στην εκκλησία, να μη πάμε στην ώρα μας στην Ακολουθία, να χάνουμε τα πνευματικά μας, για να γίνη το κέφι του διαβόλου.

Γι’ αυτό, άμα θα προσέχουμε και θα διορθώνουμε τον εαυτό μας, θα έχουμε αγαλλίασι και γλυκύτητα και θεωρία πνευματική και θα τρέχη το μέλι της Χάριτος απ’ το στόμα μας.

Θέλω να σας ακούσω να μου λέτε: «Γερόντισσα, δεν μπορώ να συγκρατήσω την αίσθησι της καρδιάς μου, αυτό το μεγαλείο, την θεωρία που αισθάνομαι στην καρδιά μου».

Προσέξτε πάρα πολύ καλά. Να βάλουμε μία καλή αρχή, γιατί θα αντικρύσουμε πολλά γεγονότα. Αν αφήσουμε τη διάνοιά μας, θα πάθη πάχυνσι και δεν θα βλέπουμε τι κάνουμε και τι λέμε.

Να σκεφτώμαστε ότι «Έφθασαν οι έσχατοι καιροί, εγώ θα εργαστώ με το ρολόι, να μη χάσω ούτε το λεπτό μου για την αγάπη του Χριστού». Όποιος το κάνει αυτό, πολύ μισθό θα λάβη.

Όχι γέλωτες· και να μη κοντοστεκώμαστε δεξιά και αριστερά. Εδώ ήρθαμε να εργασθούμε τον Θεό, να λατρέψουμε τον Θεό. Είναι σπίτι του Θεού. Είναι σπίτι της Παναγίας. Κάθε μέρα μας λιβανίζει, κι εμείς να μη το αισθανώμαστε;

Κάθε μέρα μας λιβανίζει, χωρίς να Την βλέπουμε. Τα μάτια μας είναι κλειστά. Σ’ ένα ουράνιο μεγαλείο μένουμε, σ’ ένα κομμάτι του Παραδείσου μένουμε. Μας φρουρούν Άγγελοι κι Αρχάγγελοι.

Αυτοί μας ξυπνούν το βράδυ, για να προσευχηθούμε και να δοξάζεται έτσι διαρκώς το όνομα του Θεού. Και ότι τρώμε, πρέπει να το τρώμε μετά δακρύων, γιατί η τροφή και τα ρούχα μας είναι της Παναγίας.

Να αγαπήσουμε πολύ τον Χριστό και να κρεμασθούμε στον τράχηλό Του.

Τίποτε δεν μπορεί να μας προσφέρη η συνομιλία με μία αδελφή, ενώ αν δώσουμε όλο τον εαυτό μας στον Χριστό και αδιαλείπτως λέμε την «ευχή» και σκεφτώμαστε τις αγίες μνήμες, θα έχουμε πολλή χαρά και η «ευχή» θα μας δίνη φτερά.

Θα εργαζώμαστε με επιμέλεια στο διακόνημά μας και δεν θα αμελούμε τα καθήκοντά μας, γιατί στον Θεό τα χρεωστούμε, όχι σε παιδάκι ή σε μια γειτόνισσα.

Όπως είμαστε τώρα, θα είμαστε και στην άλλη ζωή; «Πολλοί κλητοί ολίγοι εκλεκτοί».

Απόσπασμα από το βιβλίο: Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου 1921-1995, Λόγια Καρδιάς, Έκδοσις Ι.Μ. Παναγίας Οδηγήτριας, Πορταριά Βόλου, Σελ. 344-346

Πηγή: Μητροπολιτικός Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Κορυδαλλού

το «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»