Τοῦ Γιώργου Σεφέρη

«Χριστέ, βοήθει», διαβάζεις τὸ μονόγραμμα τοῦ Σταυροῦ, καθὼς περνᾶς τὴν πόρτα τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς κι ἀκοῦς τὰ περιστέρια νὰ χτυποῦν τὰ φτερά τους κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους θόλους.

«Κύριε, βοήθει τὸν δοῦλον σου… Κύριε, βοήθει…», ἔλεγαν τὰ μονόπετρα μοναστήρια μέσα στὶς ἔρημες λαγκαδιές.

Πέρα, κοντὰ στὰ τείχη, στὴ Μονὴ τῆς Χώρας, ἕνα ψηφιδωτὸ κυπαρίσσι παίζει ἀκόμη μὲ τὴν πνοὴ  τοῦ ἀγέρα. Στὴ γειτονιὰ τοῦ Νικήτα τοῦ Χωνιάτη, στὸν Ἅγιο Θόδωρο, οἱ βασιλιάδες τοῦ Ἰσραὴλ ἀνασαίνουν ἀκόμη γύρω ἀπ’ τὴ Θεοτόκο μὲ τὸ Βρέφος.

Συλλογίζεσαι τὴν ἀνάλωση δύο μεγάλων παραδόσεων μέσα στὴ τελειότητα μιᾶς, μοναδικῆς, καινούριας δημιουργίας· αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ φαινόμενο ποὺ σοῦ δείχνει τὸ λυγερὸ κυπαρίσσι.

Συλλογίζεσαι πὼς μόλις τώρα, ἴσως ἐπειδὴ ἔρχεσαι ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ἀρχίζεις νὰ καταλαβαίνεις τὸ Βυζάντιο. Ἔπειτα κοιτάζεις τὴν τέχνη σου: ἂν εἴχαμε καὶ γιὰ τὰ γράμματα μιὰ Μονὴ τῆς Χώρας…

Ἀλλὰ γιὰ τὰ γράμματα, ὅταν χάθηκε ἡ Αὐτοκρατορία, οἱ δύο παραδόσεις ἔμειναν ξένες καὶ πολέμιες, ὅπως ἤτανε πάντα – γιὰ νὰ τὶς κληρονομήσεις κι ἐσὺ.

Σὲ παίρνει πίκρα: νιώθεις πὼς περπατᾶς, ἀκόμη, κάπου ἀνάμεσα στὰ Κόραμα καὶ στὸ Μοναστήρι τοῦ Μετοχίτη. Ὁ δρόμος εἶναι μακρύς.
Κύριε, βοήθει!…

Κυριακή, 27 Αὐγούστου 1950

Ἀνάγκη γιὰ χάζεμα· βγήκαμε στοὺς δρόμους καὶ καταλήξαμε στὴν Ἁγια-Σοφιά. Τὸ Μουσεῖο, ὅπως τὴ λένε τώρα, ἀνοίγει τὶς Κυριακὲς στὴ μία.

Ἔτσι περίσσεψε καιρὸς γιὰ νὰ προσέξω τὴν ἐξωτερική της ὄψη· ὄχι ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ μπαίνουμε τώρα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ δυτική, τὴν κύρια εἴσοδο, τὴν κλειστὴ.

Μπροστά της πολλὰ σαρίδια, ὅμως εἶναι τὸ μόνο μέρος ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει μιὰν ἰδέα, ἔστω καὶ πολὺ ἀμυδρὴ, τοῦ προσώπου τῆς ἐκκλησιᾶς.

Πάντα καινούρια ἡ κατάπληξη, κάθε φορὰ ποὺ μπαίνω στὸ μέγα μοναστήρι: αὐτὸς ὁ τρυφερὸς ἀνασασμὸς τοῦ χώρου.

Ξανακρέμασαν τὰ μεγάλα στρογγυλὰ σκουτάρια μὲ τὰ μουσουλμανικὰ καλλιγραφήματα .  «Εἶναι ἔργα μεγάλων καλλιγράφων», εἶχε ἐξηγήσει ὁ Ραμαζάνογλου.

«Δοκιμάσαμε νὰ τὰ βγάλουμε. Δὲν τὰ χωροῦσαν οἱ πόρτες· τὰ ξανακρεμάσαμε γιὰ νὰ μὴν τὰ καταστρέψουμε».

Ἀπὸ τὰ χέρια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου κρέμουνται τὰ βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς Πόλης.

Εἶναι τόσο χτυπητὰ αὐτὰ τὰ πρασινόχρυσα ἔργα καὶ τόσο θαυμάσια τοποθετημένα, ποὺ δὲν ἀφήνουν οὔτε μιὰ γωνιὰ ὅπου νὰ μπορεῖς νὰ κοιτάξεις, χωρὶς νὰ παρεμβάλουν τὴν καμπύλη τους ποὺ κόβει σὰν πριόνι τὶς γραμμὲς τῆς ἐξαίσιας οἰκοδομῆς.

Ἡ Ἁγια-Σοφιὰ εἶναι, πρὶν ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες, τὸ ἅπλωμα καὶ τὸ φτερούγισμα ἑνὸς χώρου κάτω ἀπὸ τὸν τροῦλο· μιὰ εὐρυχωρία γραμμῶν ποὺ ἀνασαίνουν.

Αὐτὲς τὶς γραμμὲς, αὐτὰ τὰ φτερουγίσματα, τὰ πρασινόχρυσα σκουτάρια τὶς κόβουν καὶ τὶς κομματιάζουν σὰν νὰ ἦταν οἱ τροχοὶ ποὺ βασάνισαν τὴν Ἁγία Αἰκατερίνη.

Κοντὰ σ’ αὺτὰ «ποὺ δὲν χωροῦσαν οἱ πόρτες», μεῖναν καὶ ξανακρεμάστηκαν καὶ τὰ μικρά, τὰ μακρόστενα, πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἱεροῦ, καθώς καὶ τὰ τούρκικα μπαϊράκια.

Ἀπὸ τὴν τελευταία φορὰ ποὺ εἶδα τὸ ναὸ, ἔχει γίνει μιὰ συστηματικὴ μουσουλμανικὴ ἀποκατάσταση, προσβλητικὴ γιὰ ὅποιον ἄνθρωπο σέβεται τὰ μνημεῖα τῆς τέχνης.

Κυριακή, 3 Σεπτέμβρη 1950

Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων. «Ἐπὶ βυζαντινῶν ἐκαλεῖτο ὁ Φανερωτής» (Κιλισσὲ τζαμισί). Σὲ τούτη ἐδῶ τὴ συνοικία ἦταν τὸ σπίτι τοῦ Νικήτα τοῦ Χωνιάτη, ποὺ κάηκε στὰ 1204 (Λατίνοι). Ζωντανὰ ψηφιδωτὰ στὸ Νάρθηκα.

Στὸ δεξιὸ θόλο, ἔξοχη Θεοτόκος μὲ τὸ βρέφος, περιτριγυρισμένη, στὰ σφαιρικὰ τρίγωνα, ἀπὸ τοὺς βασιλιάδες τοῦ Ἰσραήλ. Στὸν κεντρικὸ θόλο οἱ Ἀπόστολοι.

Ὅταν τὴν ἐπισκεφθήκαμε, ἡ ἐκκλησιὰ ἦταν ἐκλογικὸ κέντρο γιὰ τὶς δημοτικὲς ἐκλογές. Μᾶς πῆραν γιὰ ψηφοφόρους.

Κείμενα καὶ φωτογραφία ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ Κωνσταντινούπολη τοῦ Γιώργου Σεφέρη», ἐκδ. Καστανιώτης.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ἱερὰ Μητρόπολις Πειραιῶς
Ἔτος 18ο – Τεῦχος 206 -Ἰούλιος – Αὔγουστος 2009

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»