Στὸν Κάλαμο, στὸ μικρὸ νησὶ κοντὰ στὴν Ἰθάκη, χιλιάδες ἔμειναν ἀδύνατες ψυχὲς ὅλα τὰ χρόνια τῆς Ἐπαναστάσεως, φευγᾶτες ἀπὸ τὰ σπίτια τους, γιὰ νὰ γλυτώσουν.

Ἐκεῖ μαζὶ μὲ ἄλλες Σουλιώτισσες ἐζοῦσε, ποιά; Ἡ Δέσπω ἡ Τζαβέλαινα, τοῦ Φώτου ἡ γυναῖκα, ἡ θαυμαστὴ ἀπὸ τοὺς πολέμους τοῦ Σουλίου μὲ τὸν ᾽Αλῆ – πασᾶ πρὶν ἀπὸ τὸ 1821.

Τώρα ὃμως ἄλλος ἐγίνετο πόλεμος, ἴσα σκληρὸς μὰ πιὸμεγὰλος. Οἱ Σουλιῶτες ἐπέρασαν ἀπὸ τὰ ῾Επτάνησα κατὰ τὸ 1823 καὶ πολεμοῦν μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα ἀδέλφια τους· μαζὶ τους ἦσαν καὶ τῆς Τζαβέλαινας οἱ γυιοί, ὁ Κίτσος κι ὁ Ζυγούρης, καὶ τόσοι ἄλλοι.

Μία ἡμέρα ξαφνικὰ ἔφθασε στὸν Κάλαμο μία κακὴεἴδησις, πὼς σὲ κάποια μάχη ὁ Κίτσος κι ὁ Ζυγούρης ἐσκοτώθηκαν!

Ἀμέσως οἱ Σουλιώτισσες, κι ἡ Δέσπω συντροφιά τους, ἄρχισαν τὸ κλάμμα, τὸ ξεφωνητὸ καὶ τὸ μαλλοτράβηγμα.

Ἔξαφνα ἡ Δέσπω ὀρθὴ ἐτινάχθηκε, ἔρριξε πίσω τὰ μαλλιὰ κι ἐσφούγγισε τὰ δάκρυα.

– Παῦτε, ὠρέ, τὰ κλάμματα! εἶπε προστακτικά· ἐκεῖνοι πᾶνε στοῦ Χριστοῦ τὸ δρόμο. ῝Ομως Πάσχα ἔρχεται.

Σηκωθῆτε τώρα νὰ βάψωμε τ’ αὐγά, γιατὶ εἶναι ἁμαρτία, κι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς ὀργισθῆ.

Ἀπὸ σεβασμὸ ἐσηκώθηκαν μία μία κι ἄρχισαν νὰ κοιτᾶντὴ δουλειά τους, μὰ χωρὶς καρδιά. Μὲ πολλὴ δυσκολία κρατοῦν τὰ δάκρυα καὶ κρυφαναστενάζουν πικρά.

Μὰ ξαφνικά, κι ἐκεῖ ποὺ καταγίνονται στῶν αὐγῶν τὸ βάψιμο, φθάνει ἄλλη πρόσχαρη εἴδησις, πὼς ὄχι, ἦτο ψέμμα, δὲ σκοτώθηκε κανεὶς καὶ ζοῦν τῆς Δέσπως τὰ λιονταρόπουλα. Κάποιος ἐπληγώθηκε ἐλαφρὰ μόνον.

Καὶ φαντάζεται κανένας τὴ χαρά, ὕστερα ἀπὸ τόση λύπη.

Κι ἡ Τζαβέλαινα γονατιστή:

– Δοξασμένη ἡ χάρι σου, Χριστέ, ποὺ μοῦ τοὺς ἐφύλαξες… μὰ ἐγὼ πάντα τοὺς ἔχω ξεγραμμένους….

«Ἱστορικὴ ἀνθολογία» Γιάννης Βλαχογιάννης

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ε´ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Γ.ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ – Θ.ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ – Δ.ΔΟΥΚΑ – Δ.ΔΕΛΗΠΕΤΡΟΥ – Ν.ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
1957

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»