αφιερωμένο στην  μητέρα μου

Με ένα ποτήρι γάλα στο χέρι, ένα μπλοκ ζωγραφικής κάτω από τη μασχάλη, και με το μολύβι μου στο στόμα, βγήκα στην αυλή του ολάνθιστου κήπου μας που μοσχομύριζε από τις ευωδιές των λουλουδιών που είχαν σκαρφαλώσει στον φράχτη.

Ο κυρ- Φώτης που έπιαναν τα χέρια του μόλις είχε τελειώσει τα μερεμέτια και το βάψιμο. Κάθε χρόνο την άνοιξη το σπίτι μας ομόρφαινε, λες και έδιωχνε από πάνω του το γκρίζο του χειμώνα. Η φρεσκοβαμμένη κάτασπρη ξύλινη πόρτα μας, τράβηξε την προσοχή μου.

Η γιαγιά μου από κοντά με την ποδιά της δεμένη στη μέση μάζευε χόρτα για το μεσημεριανό τραπέζι και μου υπενθύμιζε κάθε τόσο να πιω το γάλα μου.

– Πίνε το γάλα σου και μη το λιβανίζεις, μεσημέριασε, μου έλεγε. Κι εγώ την κοιτούσα με μισό μάτι γιατί το γάλα δεν μου άρεσε, αλλά ήμουν μικρό και έπρεπε να το πίνω για να δυναμώσουν τα κόκαλά μου όπως μου έλεγε η καλή μου η γιαγιά που τα ήξερε όλα απ’ έξω και ανακατωτά.

Και εκεί που σκεφτόμουν τι ωραία, που έβαψε άσπρη αυτή την πόρτα ο κυρ – Φώτης, άκουσα τον μπαμπά μου να μου φωνάζει: Μελίτσα πλησιάζει η γιορτή της μαμάς και θα σας βγάλω έξω για φαγητό, αλλά μη το πεις στη μαμά τώρα που θα έρθει γιατί είναι έκπληξη.

– Η γιορτή της μαμάς; Αναπήδησα ξαφνιασμένη. Δηλαδή ;

– Γιορτάζει το όνομά της. Είναι της Οσίας Ελισάβετ.

Παράτησα το ποτήρι με το γάλα στο πεζούλι  παρέα με το μπλοκ ζωγραφικής και έτρεξα φουριόζα να βρω την γιαγιά μου.

– Γιαγιά γιαγιά σου έχω νέα, σε λίγες μέρες γιορτάζει η μαμάαααα… και ο μπαμπάς θα μας πάει σε εκείνο το ωραίο μαγαζί με….

– Το ξέρω παιδάκι μου, αλλά όχι σε λίγες μέρες, αύριο γιορτάζει, της έχω πλέξει και μια κουβέρτα μούρλια.

– Αύριο; Δεν προλαβαίνω βρε γιαγιά να σκεφτώ τι δώρο θα της πάρω, δεν ξέρω και να πλέκω… κλαψούρισα με παράπονο.

– Κάτι θα σκεφτεί το μυαλουδάκι σου, μου απάντησε χαμογελώντας η γιαγιά μου. Και επιτέλους τέλειωνε με το γάλα σου θα το φάνε οι μύγες.

– Και γιατί δεν τις βλέπω αυτές τις καλές μύγες; Μου λες;

Εγώ και το γάλα δεν γίναμε ποτέ φίλοι.

Κάθισα στο πεζούλι με θέα την κάτασπρη πόρτα και άρχισα να σκέφτομαι. Και πάνω στη σκέψη και την περισυλλογή, σήκωσα το ποτήρι με το γάλα και το ήπια μονορούφι.

– Επιτέλους το άδειασες το ποτήρι! Πήγαινε το τώρα σαν καλό κορίτσι στην κουζίνα, άκουσα τη φωνή της γιαγιάς μου και συνειδητοποίησα μετά λύπης μου ότι ήπια όλο το γάλα και ότι ο εχθρός, το γάλα, αυτή τη φορά με νίκησε.

Το μεσημέρι έτρωγα αμίλητη, σκεφτόμουν. Το απόγευμα έκανα βόλτες μέσα τον κήπο πάνω – κάτω πάνω – κάτω, όπως κάνουν οι μεγάλοι όταν πρέπει να αποφασίσουν για κάτι σοβαρό.

Έχουμε και λέμε μονολόγησα, λεφτά δικά μου για να πάρω δώρο στη μαμά δεν έχω.

Να πιάσω το βελονάκι να πλέξω, δεν προλαβαίνω.

Και τότε μου ήρθε η έμπνευση, θα της κόψω λουλούδια από τον κήπο. Αυτό κανένας δεν το σκέφτηκε, παρά μόνο εγώ που έχω πολύ μυαλό.

Άρχισα να ψάχνω στον κήπο ποια λουλούδια να κόψω για να τα προσφέρω στη μαμά μου για να χαρεί που την θυμήθηκα. Όλα ήταν υπέροχα και μοσχοβολούσαν, δεν ήξερα ποια να πρωτοδιαλέξω για να φτιάξω μια ωραία ανθοδέσμη.

Κι αν η μαμά στεναχωρεθεί που θα κόψω τα λουλούδια της; Αναρωτήθηκα.

Όρε μπλέξιμο… θα ρωτήσω τη μαμά.

Έτρεξα στην κουζίνα, η μαμά μαγείρευε και συγχρόνως έπλενε και τα πιάτα. Χρυσοχέρα η μανούλα! Όλα τα προλάβαινε!

– Μαμά αν κάποιος κόψει τα λουλούδια από τον κήπο μας θα στεναχωρεθείς;

– Πολύ, μου απάντησε δίχως δεύτερη σκέψη. Γιατί με ρωτάς;

Κι απάντηση δεν πήρε. Τι να της έλεγα;

– Θα ρωτήσω τη γιαγιά που όλα τα ξέρει σκέφτηκα και έτρεξα να την βρω.

-Γιαγιά βρήκα τι δώρο να κάνω στη μαμά, αλλά η μαμά θα στεναχωρεθεί με αυτό το δώρο. Τι να κάνω;

– Να μην την στεναχωρέσεις!

– Βρε γιαγιά, δεν βοηθάς καθόλου; μονολόγησα μέσα από τα δόντια μου.

Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, στριφογύριζα και σκεφτόμουν. Νωρίς το πρωί με τη δροσούλα πετάχτηκα από το κρεβάτι. Τι να κάνω; Θεούλη μου βάλε το χέρι Σου σε παρακαλώ…

Και με λυπήθηκε ο καλός Θεούλης!

Και καταπιάστηκα με την ησυχία μου στη δουλειά. Γιατί η γιαγιά με την μαμά είχαν πάει από νωρίς στην Εκκλησία και μετά για τα τελευταία ψώνια για το γιορτινό μεσημεριανό τραπέζι, ενώ ο μπαμπάς έπινε τον καφέ του και διάβαζε τις εφημερίδες του.

Ίσα που προλάβαινα.

Και τα κατάφερα!

Όταν τέλειωσα κάθισα στο γνωστό πεζούλι για να πάρω μια ανάσα, παρέα με τα πουλάκια που γλυκοκελαηδούσαν. Η μαμά θα καταχαρεί σκεφτόμουν και καμάρωνα.

Άκουσα βήματα στο δρόμο η μαμά με τη γιαγιά φορτωμένες πλησίαζαν στο σπίτι, κρύφτηκα και περίμενα.

Ο κήπος γέμισε πατάτες και κρεμμύδια, η γιαγιά μου γελούσε με την καρδιά της και η μαμά μου κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα την φρεσκοβαμμένη ολόλευκη πόρτα της, που είχε πάνω της ζωγραφισμένα λουλούδια από παιδικά χεράκια. Τα δικά μου.

Πετάχτηκα από την κρυψώνα μου έτρεξα γρήγορα κοντά της και της είπα με καμάρι: Για σένα μαμά, για τη γιορτή σου, χρόνια πολλά!

Δεν σε στεναχώρησα ε;

Με αγκάλιασε και με έσφιξε στην αγκαλιά της. Αχ αυτή η αγκαλιά! Η πόρτα παρέμεινε έτσι για χρόνια, ζωγραφισμένη αδέξια, αλλά ζωγραφισμένη με πολύ αγάπη.

«Χρόνια πολλά» μαμά, εκεί ψηλά που είσαι!

Η μικρή σου…

Μέλια.

Εικόνα: «Συγγνώμη μαμά» έργο του Émile Munier  από: wikimedia.commons

για το «σπιτάκι της Μέλιας»